Το «Αρμενικό Ζήτημα» και η Γενοκτονία των Αρμενίων
Το «Αρμενικό Ζήτημα» και η Γενοκτονία των Αρμενίων
Το «Αρμενικό Ζήτημα» και η Γενοκτονία των Αρμενίων
Το Αρμενικό Ζήτημα αποτελεί μέρος του Ανατολικού Ζητήματος, του διαγκωνισμού με άλλα λόγια των Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων για τον διαμοιρασμό εδαφών και οικονομικών κερδών από την καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία και παράλληλα της γένεσης των εθνικών κρατών καθ’ όλο τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα. Η γεωγραφική περιοχή που αφορά το λεγόμενο «Αρμενικό ζήτημα» είναι η ανατολική Ανατολία και συγκεκριμένα τα έξι οθωμανικά διοικητικά βιλαέτια, εκεί όπου επικεντρώνεται η ιστορική Αρμενία, καθώς και το βιλαέτι της Τραπεζούντας και ένα σημαντικό τμήμα της Μοσούλης, οι περιοχές δηλαδή με την πυκνότερη αρμενική πληθυσμιακή σύνθεση. Τα έξι αυτά βιλαέτια είναι τα Βιλαέτια του Βαν, του Ερζερούμ, του Μαμουρέτ-ουλ-Αζίζ (Χαρπούτ), του Μπιτλίς, του Ντιγιάρμπακιρ καθώς και το Βιλαέτι της Σεβαστείας. Όλα μαζί αναφέρονται, ορισμένες φορές, ως «Οθωμανική Αρμενία» σε αντιπαράθεση προς τη «Ρωσική Αρμενία».
Εθνογραφική σύνθεση
Οι Αρμένιοι υπήρξαν αναμφισβήτητα μια από τις πιο συνεκτικές και ομοιογενείς πληθυσμιακές ομάδες με σημαντικούς πληθυσμούς στις περιοχές γύρω από το Βαν και το Μπιτλίς, όπου αποτελούσαν περίπου το 40% του πληθυσμού. Στην περιοχή υπήρχαν επίσης Κούρδοι, η δεύτερη μεγάλη ομάδα, καθώς και οι Kizilibash (Αλεβί) και Yezidi. Επιπλέον υπήρχαν Άραβες στις νότιες περιοχές, Λαζοί, Γεωργιανοί και ένας σημαντικός πληθυσμός Ελλήνων από τον Πόντο. Στα υψίπεδα του Χακάρι υπήρχαν σημαντικοί θύλακες αρχαίων «σχισματικών» χριστιανικών ομάδων, κυρίως «Ασσυρίων» (Νεστοριανών) και Ιακωβιτών. Κατά τα μέσα έως τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα το εθνικό μείγμα της περιοχής περιπλέχθηκε ακόμη περισσότερο από την άφιξη εκατοντάδων χιλιάδων Τσετσένων, και κυρίως Κιρκάσιων, Μουσουλμάνων προσφύγων.
Οι Αρμένιοι: το «πιστό έθνος»
Από τα μέσα του 19ου αιώνα, οι Μεγάλες Δυνάμεις διαφώνησαν ως προς τη μεταχείριση των χριστιανικών κοινοτήτων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την πίεζαν όλο και περισσότερο να παραχωρήσει ίσα δικαιώματα σε όλους τους πολίτες της. Μετά τη βίαιη καταστολή των Χριστιανών στις εξεγέρσεις στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, τη Βουλγαρία και τη Σερβία το 1875 και εξής, οι Μεγάλες Δυνάμεις επικαλέστηκαν τη Συνθήκη του Παρισιού του 1856, ισχυριζόμενες ότι τους παρείχε την εξουσία να παρέμβουν για την προστασία των χριστιανικών κοινοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αρκετά από τα βαλκανικά χριστιανικά έθνη, με τους εθνικοαπελευθερωτικούς τους αγώνες και κατά περίπτωση με τη βοήθεια των Μεγάλων Δυνάμεων, κατάφεραν να αποτινάξουν την οθωμανική κυριαρχία κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Οι Αρμένιοι από την άλλη εξασφάλισαν λιγότερο ενδιαφέρον και δεν είχαν καμία υποστήριξη από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Η κατάστασή τους κατά τη διάρκεια των βαλκανικών εθνικών επαναστάσεων ήταν σχετικά στάσιμη. Μάλιστα αναφέρονταν ως millet-i sadıka, δηλαδή το «πιστό μιλλέτ» στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το αρμενικό ζήτημα είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται πιο εντατικά ως διπλωματικό όπλο στις σχέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων μετά το β΄ μισό του 19ου αιώνα.
«Η Ρωσική Αρμενία»
Μια πρώιμη διπλωματική προσέγγιση υπήρξε το 1827–28, όταν ο Τσάρος Νικόλαος Α' ζήτησε βοήθεια από τους Αρμενίους στον Ρωσο-Περσικό Πόλεμο, υποσχόμενος ότι στη συνέχεια θα μεριμνούσε για τη βελτίωση της ζωής τους. Όταν το 1828, κατά τον Ρωσο-οθωμανικό πόλεμο, η Ρωσία προσάρτησε το Χανάτο του Εριβάν και του Ναχιτσεβάν με τη γύρω ύπαιθρο με τη Συνθήκη του Τουρκμεντσάι (1828), οι Αρμένιοι που ζούσαν ακόμα υπό περσική κυριαρχία ενθαρρύνθηκαν να μεταναστεύσουν στη ρωσική Αρμενία, με αποτέλεσμα να μετακινηθούν περίπου 30.000 Αρμένιοι. Δεδομένου ότι η Ρωσία επεκτάθηκε προς τα νότια σύνορά της, προσάρτησε σημαντικά τμήματα με αρμενικό πληθυσμό. Με τη Συνθήκη της Αδριανούπολης (1829) όμως αναγκάστηκε να παραχωρήσει πίσω στην Τουρκία τα εδάφη της Δυτικής Aρμενίας που είχε καταλάβει, με συνέπεια να ενθαρρυνθεί η μετανάστευση των Αρμενίων που διαβιούσαν εκεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι, μέχρι τη ρωσική απογραφή του 1897, περισσότεροι από ένα εκατομμύριο Αρμένιοι καταμετρήθηκαν στα ρωσικά εδάφη. Αντίστοιχα για την ίδια περίοδο (1896 Vital Cuinet), υπήρχαν 1.095.889 Αρμένιοι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα ένας μεγάλος αριθμός Αρμενίων να μορφωθεί και να υιοθετήσει ρωσικά έθιμα, γεγονός όμως που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην πολιτική βίαιου εκρωσισμού. Από την άλλη μεριά η Ρωσική Αυτοκρατορία υπήρξε για τους Αρμενίους ένας δρόμος προς την Ευρώπη. Έτσι, η Ρωσία απέκτησε τον έλεγχο σε μεγάλο μέρος της Αρμενίας και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο Αρμενικό Ζήτημα.
Οι Αρμενικές διεκδικήσεις
Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα οι συνθήκες για την ανάδειξη του Αρμενικού Ζητήματος είχαν ωριμάσει. Από τη μια οι φιλελεύθερες ιδέες της Δυτικής Ευρώπης και της Γαλλικής Επανάστασης και από την άλλη οι επιτυχημένοι αγώνες εθνικής ανεξαρτησίας άλλων πρώην υποδούλων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας άρχισαν να κινητοποιούν τους Αρμενίους εθνικιστές σε αγώνες και δράσεις με στόχο τη διεκδίκηση μεγαλύτερης αυτονομίας, διεκδίκηση που είχε την ενθάρρυνση των Μεγάλων Δυνάμεων.
Η διεθνοποίηση του Αρμενικού Ζητήματος
Α) Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου
Μετά τον Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο του 1877-78, στον οποίο συμμετείχαν οι Αρμένιοι της Ρωσοκρατούμενης Αρμενίας, η Ρωσία με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (3 Μαρτίου 1878), συνθήκη που αποτύπωνε τον θρίαμβο του πανσλαβισμού και της ρωσικής πολιτικής στα Βαλκάνια, επέβαλε εγγυήσεις υπέρ των Αρμενίων υπηκόων του Σουλτάνου για την προστασία τους έναντι των Κούρδων. Συγκεκριμένα στο άρθρο 16 της Συνθήκης σημειωνόταν μεταξύ άλλων η υποχρέωση της Υψηλής Πύλης να φροντίσει άμεσα για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και να εγγυηθεί την ασφάλεια των Αρμενίων έναντι των Κούρδων και των Κιρκασίων, καθώς η αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων από τις καταληφθείσες αρμενικές περιοχές - που προορίζονταν να δοθούν στην Τουρκία - θα μπορούσε να προκαλέσει επιπλοκές και συγκρούσεις.
Σημαντικός στη διατύπωση των εγγυήσεων έναντι των Αρμενίων υπήρξε ο ρόλος του Αρμένιου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ναρσή Βαρζαμπετιάν, ο οποίος προσέγγισε τη ρωσική ηγεσία, για να λάβει διαβεβαιώσεις ότι η Ρωσία θα εισαγάγει διατάξεις για την αυτοδιοίκηση των Αρμενίων στη νέα συνθήκη ειρήνης. Συγκεκριμένα τον Μάρτιο του 1878, μετά το τέλος του Ρωσοτουρκικού Πολέμου (1877-1878), ο Πατριάρχης Ναρσής Βαρζαμπετιάν διαβίβασε καταγγελίες των Αρμενίων για εκτεταμένη «αναγκαστική κατάληψη γης ... αναγκαστική μεταστροφή στο Ισλάμ γυναικών και παιδιών, βιασμούς, λεηλασίες και φόνους».
Β) Η συνθήκη του Βερολίνου
Ασφαλώς η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου - που μεταξύ άλλων διευκόλυνε την κάθοδο της Ρωσίας στο Αιγαίο και προσπαθούσε να διευθετήσει χωρίς τη συμμετοχή των ενδιαφερομένων μερών μια σειρά από ζητήματα στα Βαλκάνια - θορύβησε τις Μεγάλες Δυνάμεις και προκάλεσε εντονότατες αντιδράσεις. Έτσι επιχειρήθηκε η άμεση τροποποίησή της με τη σύγκληση του Συνεδρίου του Βερολίνου. Το «Αρμενικό Ζήτημα» παρέμεινε στη διεθνή συζήτηση, καθώς με το άρθρο 61 της Συνθήκης που υπογράφτηκε στις 13 Ιουνίου 1878 οριζόταν ότι η Υψηλή Πύλη έπρεπε να προχωρήσει στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις υπέρ των Αρμενίων, επιπλέον να τους προστατεύσει από τις επιθέσεις των Κούρδων και Κιρκασίων, ενώ οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν το δικαίωμα να επιβλέπουν την πρόοδο αυτών των μεταρρυθμίσεων.
Ειδικότερα η Αγγλία έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς με τη σύμβαση της Κύπρου, που είχε υπογράψει στις 4 Ιουνίου του 1878, αφενός η Τουρκία ήταν υποχρεωμένη να προχωρήσει τις μεταρρυθμίσεις, αφετέρου η Αγγλία συμφωνούσε να προστατεύσει την Τουρκία σε ενδεχόμενη επέκταση της Ρωσίας πέρα από το Καρς, το Αρδαχάν και το Βατούμ. Ως αντάλλαγμα η Αγγλία μπορούσε να καταλάβει το νησί της Κύπρου.
Οι δυο Συνθήκες και το Αρμενικό Ζήτημα
Η Συνθήκη του Βερολίνου (άρθρο 61) διέφερε από τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (άρθρο 16) κυρίως σε ένα βασικό ζήτημα, το οποίο μάλιστα ήταν επιβαρυντικό για τους Αρμενίους. Δηλαδή οι μεταρρυθμίσεις που επρόκειτο να πραγματοποιηθούν υπέρ των Αρμενίων με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου θα γίνονταν παρουσία των ρωσικών στρατευμάτων, τα οποία παρείχαν κάποια εγγύηση για την εφαρμογή τους. Με τη Συνθήκη όμως του Βερολίνου δεν παρεχόταν καμία ουσιαστική εγγύηση από κάποια Μεγάλη Δύναμη, αλλά οι μεταρρυθμίσεις αφέθηκαν στη διακριτική ευχέρεια του Σουλτάνου, ο οποίος απλά θα έπρεπε να ενημερώνει περιοδικά τις Μεγάλες Δυνάμεις για την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων.
Με άλλα λόγια με τη Συνθήκη του Βερολίνου οι μηχανισμοί για μεταρρυθμίσεις στη Δυτική Αρμενία, που πρότεινε η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, καταργήθηκαν χωρίς να ενσωματωθούν στη νέα Συνθήκη άλλες ρεαλιστικές εναλλακτικές. Έτσι ουσιαστικά απετράπη η άμεση επέμβαση των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων στις εσωτερικές υποθέσεις της Αυτοκρατορίας.
Ριζοσπαστικοποίηση και εθνικές επαναστατικές οργανώσεις
Όλες οι παραπάνω εξελίξεις αλλά και η συνεχιζόμενη καταπίεση του αρμενικού στοιχείου είχαν αρχίσει να δημιουργούν προς τα τέλη του 19ου αιώνα τις κατάλληλες συνθήκες για να προκύψουν οι πρώτες επαναστατικές ομάδες, όπως ήταν το Αρμενικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Χιντσακιάν (Χιντσάκ),, που ιδρύθηκε το 1887 στη Γενεύη και η Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία Τασνακτσουτιούν (Ντασνάκ), που ιδρύθηκε το 1890 στην Τιφλίδα. Αυτές, σε συνεργασία με τους μορφωμένους Αρμενίους της Διασποράς, είχαν σκοπό να προωθήσουν τα δικαιώματα των Αρμενίων. Εκτός από την προστασία του αρμενικού πληθυσμού αρχίζουν να συζητιούνται ζητήματα αυτονομίας και ανεξαρτησίας. Τα τέλη του 19ου αιώνα όμως στιγματίζονται όχι απλά από καταπίεση και απαγορεύσεις αλλά από αθρόες συστηματικές σφαγές κατά του αρμενικού πληθυσμού.
Οι χαμιτικές σφαγές (1894-96)
Κάθε διαδήλωση των Αρμενίων για την προώθηση των δικαιωμάτων τους και για τη διαμαρτυρία κατά των υφιστάμενων καταπιέσεων καταπνιγόταν στο αίμα (Κουμ καπού, 15/5/1890). Αντίθετα, ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ, ενώ είχε υποσχεθεί να προωθήσει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις υπέρ των Αρμενίων, θα ευνοήσει τους Κούρδους και θα χρησιμοποιήσει την αντιπαράθεση και τα αντικρουόμενα συμφέροντα των Αρμενίων με τους Κούρδους, θα τους εξοπλίσει (σώματα ιππικού Χαμιντιέ) και ουσιαστικά θα τους χρησιμοποιήσει, για να καθυποτάξει και να καταστείλει κάθε διάθεση ελευθερίας και διοικητικής αυτονομίας των Αρμενίων. Μεταξύ των ετών 1894 και 1896 λεηλατούνται ολόκληρα χωριά και σφαγιάζονται ανελέητα οι αρμενικοί πληθυσμοί σε όλη την επικράτεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ακόμη και στην ίδια την Κωνσταντινούπολη, όπου διαδηλώσεις καταπνίγονται στο αίμα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της διαδήλωσης που οργάνωσαν Αρμένιοι επαναστάτες τον Αύγουστο του 1896 στην Κωνσταντινούπολη, με την ελπίδα να προσελκύσουν την προσοχή των Μεγάλων Δυνάμεων στο Αρμενικό Ζήτημα, καταλαμβάνοντας την Οθωμανική Τράπεζα. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εκδηλωθούν εκτεταμένες σφαγές σε βάρος των Αρμενίων της Κωνσταντινούπολης, που επεκτάθηκαν και σε άλλες περιοχές. Στο χάος που ακολούθησε, περισσότεροι από 5.000 Αρμένιοι σκοτώθηκαν από όχλους Μουσουλμάνων Τούρκων, των οποίων οι ενέργειες προφανώς συντονίζονταν από τα κυβερνητικά στρατεύματα. Επιπλέον, παράλληλα με τους θανάτους, σημαντικός ήταν και ο αριθμός των εξισλαμισμένων, καθώς χιλιάδες Αρμένιοι ασπάστηκαν με τη βία ή από την αγωνία της επιβίωσης την ισλαμική πίστη. Οι διάφορες πηγές υπολογίζουν τα θύματα μεταξύ 250.000 έως 300.000.
Η Επανάσταση των Νεοτούρκων
Η συνταγματική επανάσταση των Νεοτούρκων τον Ιούλιο του 1908 πυροδότησε νέα αισθήματα ελπίδας στους χριστιανικούς πληθυσμούς και ιδιαίτερα στους Αρμενίους, καθώς οι Νεότουρκοι διακήρυτταν ισονομία και ισοπολιτεία και ο «Κόκκινος Σουλτάνος», προσωνύμιο που είχε δοθεί στον Αβδούλ Χαμίτ για τις σφαγές, εκθρονίστηκε και εξορίστηκε. Η κατάσταση φάνηκε να καλυτερεύει, καθώς αρκετοί Αρμένιοι συμμετείχαν στο νέο κοινοβούλιο και παραχωρήθηκαν κάποιες ελευθερίες. Παρ’ όλα αυτά, όμως, υπήρξε ουσιαστική απροθυμία για εφαρμογή εκτεταμένων μεταρρυθμίσεων. Μάλιστα η κατάσταση επιδεινώθηκε με τις εκτεταμένες σφαγές στα Άδανα και σε άλλες πόλεις της Κιλικίας τον Απρίλιο του 1909, κατά τις οποίες υπολογίζεται ότι έχασαν τη ζωή τους περίπου 25.000 Αρμένιοι.
Η Γενοκτονία του αρμενικού πληθυσμού
Η Γενοκτονία των Αρμενίων σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε μεθοδικά από το Νεοτουρκικό Κομιτάτο (Ένωση και Πρόοδος). Σε ιδεολογικό επίπεδο είχε προετοιμαστεί το έδαφος, με κορυφαίο ιδεολογικό εκπρόσωπο του τουρκικού εθνικισμού τον Ζιγιά Γκιοκάλπ. Παράλληλα σε οργανωτικό επίπεδο άρχισαν να δημιουργούνται διάφοροι μηχανισμοί που θα βοηθούσαν αργότερα στη μαζική εξόντωση, όπως ήταν ο σχεδιασμός εθνολογικών χαρτών, η δημιουργία παραστρατιωτικών οργανώσεων και η εκπόνηση στατιστικών μελετών. Σε επίπεδο προσώπων οι θύτες της Γενοκτονίας κατηγοριοποιούνται σε τρεις βασικές κατηγορίες: σε ανώτατο επίπεδο κυριαρχούσε η τριανδρία των υπουργών Ταλαάτ, Ενβέρ και Τζεμάλ∙ ακολουθούν τα διακεκριμένα στελέχη του κόμματος των Νεοτούρκων της Ένωσης και Προόδου με τον παραστρατιωτικό βραχίονα, τη μυστική οργάνωση Τεσκιλάτ-ι-μαχσουσά, με επικεφαλής τον Μπαχαεντίν Σεκίρ∙ τέλος την ευθύνη της εκτέλεσης των διαταγών ανελάμβαναν οι τοπικοί διοικητές. Στις σφαγές και τις λεηλασίες, εκτός από τμήματα του τακτικού στρατού, έλαβαν μέρος παραστρατιωτικοί αλλά και πολίτες, που συμμετείχαν στο πλιάτσικο των περιουσιών. Οι Αρμένιοι μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους βρίσκονταν πολύ κοντά στην απόκτηση μιας πρώτης περιορισμένης αυτονομίας. Συγκεκριμένα τον Φεβρουάριο του 1914 οι Μεγάλες Δυνάμεις προχώρησαν σε μια διευθέτηση του ζητήματος, σύμφωνα με την οποία η Τραπεζούντα μαζί με τις έξι αρμενικές επαρχίες θα συνενώνονταν σε δυο διοικητικές περιοχές. Θα είχαν ευρεία τοπική αυτονομία, με την εγγύηση των ευρωπαϊκών δυνάμεων και υπό την επίβλεψη δυο ξένων γενικών επιθεωρητών. Μάλιστα στο συνέδριο της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας (Ιούλιος 1914) παρευρέθηκαν δυο βασικά στελέχη των Νεοτούρκων ο Naji Bey και ο Behaeddin Shakir. Οι επικείμενες αυτές μεταρρυθμίσεις σε συνδυασμό με άλλα στρατιωτικά γεγονότα, όπως ήταν η εκστρατεία του Ενβέρ στον Καύκασο και η πανωλεθρία του οθωμανικού στρατού στο Σαρίκαμις σε συνθήκες παγετού αλλά και ο κίνδυνος τον οποίο διέτρεξε η πρωτεύουσα από την απόβαση των συμμάχων στην Καλλίπολη τον Απρίλιο του 1915, ριζοσπαστικοποίησαν τον τουρκικό εθνικισμό. Οι Νεότουρκοι θεώρησαν τους Αρμενίους ως τον ύπουλο εσωτερικό εχθρό, την πέμπτη φάλαγγα, που προσπαθεί να διασπάσει και να καταστρέψει την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η μόνη λύση του Αρμενικού Ζητήματος στα μάτια των ιθυνόντων ήταν η ολοκληρωτική εξόντωση, η Γενοκτονία δηλαδή του αρμενικού πληθυσμού.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες στις 24 Απριλίου 1915 οι Νεότουρκοι συνέλαβαν στην Κωνσταντινούπολη περισσότερους από 250 πνευματικούς ηγέτες του αρμενικού λαού, πολιτικούς, οικονομικούς και πνευματικούς παράγοντες, εξοντώνοντάς τους. Τον Μάιο του ίδιου έτους ο Ταλαάτ, με την πρόφαση ότι δεν μπορούν να έχουν εμπιστοσύνη στους Αρμενίους λόγω συνεργασίας τους με τους εχθρούς, διέταξε την απέλασή τους από τις παράλιες ζώνες και την προώθησή τους σε περιοχές στο εσωτερικό, στις ερήμους της Συρίας και της Μεσοποταμίας. Έτσι ολόκληρος ο αρμενικός πληθυσμός οδηγήθηκε στα βουνά της Κιλικίας και στις ερήμους της Συρίας (Der Zor), όπου αποδεκατίστηκαν. Παράλληλα οι άνδρες που υπηρετούσαν στον στρατό είχαν ήδη αφοπλιστεί και τεθεί σε άοπλα τάγματα εργασίας στα περιβόητα αμελέ ταμπουρού (amele taburu), όπου πέθαιναν από τη σκόπιμη έκθεση σε συνθήκες που οδηγούσαν στον θάνατο. Μέχρι το 1917 είχε αποδεκατιστεί το μεγαλύτερο μέρος του αρμενικού πληθυσμού. Η εκκαθάριση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού πραγματοποιήθηκε σε χρονικό διάστημα περίπου ενάμισυ χρόνου.
Μετά τη Γενοκτονία
Είναι σημαντικό να υπογραμμισθεί ότι πρωτοκλασάτα στελέχη του νεοτουρκικού κινήματος, μαζί με τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος (Ένωση και Πρόοδος) αλλά και πολλοί επαρχιακοί διοικητές που ευθύνονταν για τις σφαγές του αρμενικού πληθυσμού καταδικάστηκαν μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου από δικαστήρια της Οθωμανικής Κυβέρνησης. Πολλοί από τους ενόχους - και ειδικότερα η τριανδρία, ο Ταλαάτ, ο Ενβέρ και ο Τζεμάλ, μαζί με τον Μπαχαεντίν Σεκίρ και άλλους - διέφυγαν στο εξωτερικό. Αρμένιοι πατριώτες τούς καταδίωξαν και τους δολοφόνησαν παίρνοντας εκδίκηση για τα εγκλήματα που είχαν διαπράξει, σε μια επιχείρηση που έλαβε την κωδική ονομασία «Νέμεσις». Η τύχη της Αρμενίας μετά τη Γενοκτονία και το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν η βραχύβια ένταξή της στην Ομοσπονδία της Υπερκαυκασίας, την οποία συναποτελούσαν τρία έθνη, η Αρμενία, η Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν και αργότερα η πρώτη ανεξάρτητη Δημοκρατία της Αρμενίας, που διήρκεσε από τον Μάιο έως τον Δεκέμβριο του 1918. Το 1920 ο Βενιζέλος είχε συζητήσει με τον πρόεδρο της Αρμενίας Χατισιάν και τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης κρατικής οντότητας της Ποντιοαρμενικής Ομοσπονδίας. Βέβαια τον Νοέμβριο του 1920 η Αρμενία σοβιετοποιήθηκε και έτσι εντάχθηκε στις Δημοκρατίες της Σοσιαλιστικής Ρωσίας.
Η περιοχή του Ναγκόρνο Καραμπάχ (Αρτσάχ)
Το 1923 ο Στάλιν ενέταξε την αυτόνομη περιοχή του Ναγκόρνο Καραμπάχ στην Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν, το ίδιο και το Ναχιτσεβάν, με συνέπεια δυο αμιγώς αρμενικές επαρχίες να ενταχθούν στο Αζερμπαϊτζάν. Με την πολιτική που άσκησε το Αζερμπαϊτζάν ο αρμενικός πληθυσμός άρχισε να εγκαταλείπει τις περιοχές αυτές. Την εποχή της περεστρόικα και συγκεκριμένα στα τέλη της δεκαετίας του 1980 επί Γκορμπατσώφ πραγματοποιήθηκαν μαζικές εκδηλώσεις για την αυτονομία του Ναγκόρνο Καραμπάχ, τις οποίες έπνιξαν στο αίμα οι Αζέροι. Με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το Ναγκόρνο Καραμπάχ στις 2 Σεπτεμβρίου 1991 ανακηρύσει την ανεξαρτησία του. Η μονομερής ανακήρυξη του Αρτσάχ από τους Αρμενίους αυτονομιστές δεν αναγνωρίστηκε από τους διεθνείς οργανισμούς, όπως τον ΟΗΕ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο πόλεμος συνεχιζόταν και το 1994, όταν καταλήφθηκε η πρωτεύουσα Στεπανακέρτ από τους Αρμενίους, οι Αζέροι που έχασαν τον πόλεμο ζήτησαν εκεχειρία. Το 2020 ξέσπασε εκ νέου πόλεμος και στην νέα εκεχειρία η Αρμενία αυτή τη φορά αναγκάστηκε να παραδώσει μέρος της περιοχής στο Αζερμπαϊτζάν. Τελικά, στις 19 Σεπτεμβρίου του 2023, μετά από συντονισμένη επίθεση των Αζέρων, οι Αρμένιοι αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Σήμερα το Ναγκόρνο Καραμπάχ έχει ενταχθεί στο Αζερμπαϊτζάν.
Από την κρίση αυτή δημιουργήθηκε ένα τεράστιο κύμα προσφύγων και περίπου 100.000 Αρμένιοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την περιοχή και να αναζητήσουν καταφύγιο κυρίως στη γειτονική Αρμενία.
Βιβλιογραφία
Vahakn Dadrian, Η ιστορία της Αρμενικής Γενοκτονίας. Εθνικές διαμάχες από τα Βαλκάνια στον Καύκασο, Αθήνα 2002.
Taner Akcam, Μια Επαίσχυντη πράξη. Η Γενοκτονία των Αρμενίων και το Ζήτημα της τουρκικής ευθύνης, Αθήνα 2008.
Taner Akcam, Το έγκλημα των Νεοτούρκων κατά της ανθρωπότητας. Η Γενοκτονία των Αρμενίων και η εθνοκάθαρση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, Αθήνα 2020.
Fuat Dundar, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας. Η Μηχανική των Εθνοτήτων της «Ένωσης και Προόδου» 1913-1918, Αθήνα 2014.