TO ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ

Σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις στο έγκλημα της Γενοκτονίας. Το Παράδειγμα των Ελλήνων του Πόντου.

 

Σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις στο έγκλημα της Γενοκτονίας.

Το Παράδειγμα των Ελλήνων του Πόντου.

 

I. Εισαγωγικά περί Γενοκτονιών

Η ιστορία της Γενοκτονίας, όχι μόνο των Ελλήνων του Πόντου ή και της Μικράς Ασίας και Ανατολικής Θράκης αλλά όλων των Γενοκτονιών που κατά το παρελθόν έχουν λάβει χώρα, είναι κάτι πολύ περισσότερο από την καταγραφή των γεγονότων και την αναφορά των διπλωματικών εγγράφων. Για αυτό εισαγωγικά σπεύδουμε να παρατηρήσουμε ότι η παρούσα αναφορά στη Γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δε θα εξαντληθεί μόνο στην αναφορά γεγονότων και ημερομηνιών. Με άλλα λόγια ο διάλογος για τις Γενοκτονίες δεν εξαντλείται στην ερώτηση αν ένα μαζικό έγκλημα είναι ή δεν είναι Γενοκτονία ή η μελέτη του δεν εξαντλείται μόνο στην αναφορά αριθμών. Το ζήτημα είναι πολυπρισματικό και ως τέτοιο, δηλαδή με μια ολιστική ματιά, πρέπει να το προσεγγίσει κανείς. Ενδεικτικά κάποια ζητήματα που άπτονται της μελέτης των Γενοκτονιών είναι η ίδια η φύση του ορισμού της Γενοκτονίας και τα προβλήματα που προκύπτουν, η μελέτη των ιδεολογιών, των πρωταγωνιστών της ιστορίας, των θυτών, των θυμάτων, των Δίκαιων Τούρκων που διέσωσαν Χριστιανούς ή των παρισταμένων, των απαθών θεατών, των bystanders δηλαδή, το πολιτισμικό τραύμα που φέρουν όσοι επέζησαν και οι επίγονοί τους, η μνήμη και μάλιστα η τραυματική μνήμη, η κατασκευή ή η διαμόρφωση των ταυτοτήτων μετά από ένα μείζονος σημασίας τραυματικό γεγονός. Επιπλέον η εξαφάνιση ενός πληθυσμού συνεπάγεται και την εξαφάνιση ενός ολόκληρου πολιτισμού. Παραδείγματος χάρη η ολοκληρωτική εξόντωση και εκρίζωση του Ελληνισμού από την Μικρά Ασία, την Καππαδοκία, την Ανατολική Θράκη και τον Πόντο εκθεμελίωσε έναν ολόκληρο πολιτισμό, ο οποίος δεν αποτελούσε μουσειακό είδος, αλλά ήταν ζωντανός και συνέχιζε να παράγει. Πολιτιστικά στοιχεία της ορθόδοξης πίστης και της ελληνικής ταυτότητας, όπως οι διάφορες διάλεκτοι, οι μουσικές και οι διατροφικές συνήθειες, με τον ξεριζωμό απειλούνται και πια εδώ στην Ελλάδα βρίσκονται αντιμέτωπα με τη σταδιακή παρακμή και τη λήθη.

Συνεπώς γίνεται αντιληπτό ότι η Γενοκτονία - ως μια ακραία μορφή ανθρώπινης σκληρότητας και μαζικής βίας - δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένα απλό γεγονός αλλά ως μια διαδικασία∙ μια πολυπρισματική διαδικασία στην οποία εμπλέκονται διάφορες και διαφορετικής φύσης δυναμικές. Οι αιτίες ποικίλλουν και συμπεριλαμβάνουν ψυχολογικές, πολιτιστικές, πολιτικές και κοινωνικές πτυχές. Παράλληλα εμπλέκονται ιδεολογίες, πολιτικές, θρησκευτικές και άλλες, διακυβεύονται ζωτικά συμφέροντα και ζητήματα εξουσίας. Σε μια Γενοκτονία συναντούμε τρεις βασικές φάσεις: Η πρώτη φάση περιλαμβάνει την περίοδο της προετοιμασίας, κατά την οποία πρώιμα σημάδια όπως η στοχοποίηση, η ρητορική μίσους, η απανθρωποποίηση, η γκετοποίηση κ.ά. μπορούν να μας προετοιμάσουν για το ότι η κατάσταση σε μια ενδεχόμενη εκτροπή θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα μαζικό έγκλημα. Στη συνέχεια η δεύτερη φάση περιλαμβάνει την εκτέλεση του εγκλήματος, τις σφαγές, τους βιασμούς και γενικά την εφαρμογή των πρακτικών εκείνων που θα οδηγήσουν στον αφανισμό της ομάδας που βρίσκεται στο στόχαστρο. Τέλος η τρίτη φάση περιλαμβάνει την περίοδο μετά την τέλεση του εγκλήματος, κατά την οποία ο θύτης ολοκληρώνει το έγκλημα καταστρέφοντας πολιτιστικά μνημεία, διαγράφοντας αρχεία και αρνούμενος το διαπραχθέν έγκλημα. 

 

Ο Richard Hovannisian, γράφει: «Ακολουθώντας τη φυσική καταστροφή των ανθρώπων και του υλικού τους πολιτισμού, η μνήμη είναι ό,τι παραμένει και στοχοποιείται ως το τελευταίο θύμα. Η ολοκληρωτική εξολόθρευση των ανθρώπων απαιτεί την εκτόπιση της ανάμνησης και τον στραγγαλισμό της μνήμης. Παραποίηση, εξαπάτηση και μισές αλήθειες περιορίζουν αυτό που έγινε, σ’ αυτό που θα μπορούσε να είχε συμβεί ή στο ότι δε συνέβη καθόλου».

Richard Hovannisian, “Denial of the Armenian Genocide in Comparison with Holocaust Denial”, στο Richard Hovannisian (επιμ.), Remembrance and Denial: The Case of the Armenian Genocide, Ντιτρόιτ 1999, σ. 202. 

 

Στη λίστα του Gregory Stanton η άρνηση αναφέρεται ως το τελευταίο στάδιο και σημειώνονται τα εξής: «Η άρνηση είναι το τελικό στάδιο, που είναι διαρκές και πάντα ακολουθεί μια γενοκτονία. Είναι από τους πιο σίγουρους δείκτες για ένδειξη περαιτέρω γενοκτονικών σφαγών. Οι δράστες της γενοκτονίας ξεθάβουν τους μαζικούς τάφους, καίνε τα σώματα, προσπαθούν να καλύψουν τα αποδεικτικά στοιχεία και να εκφοβίσουν τους μάρτυρες. Αρνούνται ότι έχουν διαπράξει εγκλήματα και συχνά κατηγορούν τα θύματα για ό,τι συνέβη... Η απάντηση στην άρνηση είναι η  τιμωρία από το Διεθνές Δικαστήριο ή τα εθνικά δικαστήρια».

Πηγή: Genocide Watch

 

Στο παρελθόν αρκετοί επιστήμονες προσπάθησαν να ορίσουν μια τυπολογία για το έγκλημα της Γενοκτονίας. Ενδεικτικά αναφέρονται η κατηγορία των αποικιακών Γενοκτονιών, εκείνη των μετααποικιακών, οι αναδιοργανωτικές (όπως το Ολοκαύτωμα) και οι συστατικές, εκείνες δηλαδή που πραγματοποιούνται προκειμένου να δημιουργηθεί ένα «καθαρό» έθνος-κράτος. Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, όπως και των Αρμενίων και Ασσυρίων, δηλαδή η Γενοκτονία που διέπραξαν οι Νεότουρκοι και οι Κεμαλικοί ως συνέπεια και αποτέλεσμα της εθνογένεσης της Τουρκίας, εντάσσεται στην κατηγορία της συστατικής Γενοκτονίας. Πραγματοποιήθηκε δηλαδή γενοκτονική εκκαθάριση του πληθυσμού, προκειμένου να δημιουργηθεί σύγχρονο εθνικό κράτος.

Όπως έχει ήδη σημειωθεί,  η Γενοκτονία των χριστιανικών λαών της Ανατολής αποτελεί την κατάληξη του Ανατολικού Ζητήματος, που οδήγησε στη διάλυση της πολυεθνικής Οθωμανικής Τουρκίας και τη δημιουργία του νέου έθνους - κράτους της Τουρκίας. Οι χριστιανικοί πληθυσμοί αποτελούσαν εμπόδιο στη νέα αυτή συνθήκη. Αυτό είχε ως συνέπεια τη σύλληψη της ιδέας για την εκτόπιση και την εξολόθρευσή τους. Η διαδικασία αυτή αναπτύχθηκε σταδιακά και παρουσίασε εντάσεις και υφέσεις, αφού επηρεάστηκε καταλυτικά από την ισορροπία δυνάμεων τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της Αυτοκρατορίας. Αυτή η σταδιακή ριζοσπαστικοποίηση δημιούργησε ένα εκρηκτικό κύμα μίσους των Μουσουλμάνων εθνικιστών κατά των Χριστιανών, τους οποίους κατηγορούσαν για την απώλεια εδαφών κυρίως στη Βαλκανική Χερσόνησο και για τη συνεπακόλουθη προσφυγοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων βαλκάνιων Μουσουλμάνων.

Πράγματι η απώλεια των Βαλκανίων υπήρξε μια ζωντανή τραγωδία για τους Νεότουρκους και μάλιστα η πικρία της απώλειας της Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης -που ήταν η γενέτειρα πολλών ηγετών του Κομιτάτου της Ένωσης και Προόδου- ήταν απερίγραπτη. Μόνο μεταξύ των ετών 1878 και 1904 περίπου 850.000 Μουσουλμάνοι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν σε περιοχές όπου χριστιανικοί πληθυσμοί ήταν η πλειοψηφία. H προσφυγοποίηση των μουσουλμανικών πληθυσμών των Βαλκανίων υπήρξε το σημείο καμπής που απομάκρυνε τους πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από την παλαιότερη ιδεολογία του Οθωμανισμού, που οδηγούσε στη συνύπαρξη των κοινοτήτων κάτω από το μοντέλο του Οθωμανού πολίτη και τους προσανατόλισε στον τουρκικό εθνικισμό. Ο διακαής τους πόθος να επανακτήσουν τις χαμένες πατρίδες και να εκδικηθούν αυτούς που τους τις πήραν άνοιξε τον δρόμο για μια μιλιταριστική και εθνικιστική νοοτροπία.

Ιδεολογικά τον τουρκικό εθνικισμό που ανέπτυξε ο Ζιγιά Γκιοκάλπ ενίσχυσε η επιστροφή στη Θεσσαλονίκη των Δρ. Μεχμέτ Ναζίμ και Δρ. Μπαχαεντίν Σεκίρ το 1906. Η επιστροφή τους επιτάχυνε την επικράτηση των εθνικιστών και την καλλιέργεια της ιδεολογίας του «Κοινωνικού Δαρβινισμού», σύμφωνα με την οποία ήταν επιτρεπτό ένα ισχυρότερο έθνος να επικρατήσει έναντι ενός άλλου αφανίζοντάς το με όποια μέσα μπορούσε. Ο Ζιγιά Γκιοκάλπ ήταν εκείνος που πρότεινε την ιδεολογία της σύνθεσης του Ισλάμ με τον τουρκικό εθνικισμό. Συνεπώς η ιδεολογική ζύμωση και η επικράτηση των εθνικιστικών ρευμάτων από το Νεοτουρκικό κίνημα, με τον ενστερνισμό του κοινωνικού δαρβινισμού, της οικονομικής δυσπραγίας και τον απολυταρχικό τρόπο διακυβέρνησης του σουλτάνου, συνδυάστηκε με τη σταθερή και σταδιακή απώλεια εδαφών δημιουργώντας το απαραίτητο υπόστρωμα υπό το οποίο εξελίχθηκε η Γενοκτονία.

 

ΙΙ.  Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας

Όπως μπορεί κανείς εύκολα να αντιληφθεί από τον παραπάνω ορισμό, οι Γενοκτονίες αποτελούν εγκλήματα μαζικής βίας που πραγματοποιούνται με κάποιον κεντρικό σχεδιασμό και βασικούς πρωταγωνιστές. Με άλλα λόγια δεν αποτελούν μια σειρά από αυθόρμητες βιαιότητες ή συγκυριακές απώλειες στο πλαίσιο εχθροπραξιών. Αντίθετα αποτελούν καλά μελετημένες πράξεις σφαγών και βίαιων εκτοπίσεων συγκεκριμένων ομάδων και πληθυσμών σε συνθήκες που οδηγούν αναπόφευκτα σε εξόντωση. Πράγματι είναι πλέον γνωστό από την έρευνα στα οθωμανικά αρχεία ότι οι Νεότουρκοι ανέπτυξαν εθνικές στατιστικές, χάρτες και εθνολογικές μελέτες το καλοκαίρι του 1914, προκειμένου να σχεδιάσουν με πιο αποτελεσματικό τρόπο την πολιτική ομοιογενοποίησης της Ανατολίας. Μάλιστα οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η δημογραφική πολιτική χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά κατά των Ελλήνων στη δυτική Ανατολία και εφαρμόστηκε μεταξύ των ετών 1913 και 1914. Έτσι πρώτοι οι Έλληνες και αργότερα οι Αρμένιοι κατανεμήθηκαν σε όλη την Αυτοκρατορία, ώστε ο αριθμός των Χριστιανών σε κάθε περιοχή να αποτελείται από 10%, 5% ακόμη και 2% σε σχέση με τον υπόλοιπο μουσουλμανικό πληθυσμό. Με άλλα λόγια, γνωρίζουμε πλέον καλά ότι η πολιτική των βίαιων εκτοπισμών στο εσωτερικό υπήρξε μια καλά μελετημένη και όχι τυχαία ενέργεια για την εξολόθρευση των Ελλήνων του Πόντου.

Ο εκπαιδευτικός Π. Κυνηγόπουλος σε σχετική έκθεση που συντάσσει επιβεβαιώνει τον διαμοιρασμό των Χριστιανών σε μικρό ποσοστό ανάμεσα σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς με στόχο την αφομοίωσή τους:

«Στην περιοχή της Σεβάστειας, από το 1916, οι περισσότεροι άνδρες είτε εκτοπίστηκαν είτε φυλακίστηκαν. Οι γυναίκες και τα παιδιά μεταφέρθηκαν στην περιοχή Αζηζηγιέ, όπου κατανεμήθηκαν σε τουρκικά χωριά, με σκοπό τον εξισλαμισμό, κατά τέτοιο τρόπο,  ώστε  σε κάθε χωριό να μην υπάρχουν περισσότερες από  πέντε δέκα  ψυχές». 

Πηγή: Κυνηγόπουλος Π., Εκθέσεις περί των καταστροφών και σφαγών της επαρχίας Κολωνίας της Νικοπόλεως του Πόντου, Κωνσταντινούπολη 1919, σ. 70.

Πράγματι, όπως ακριβώς αναφέρει ο ορισμός της Γενοκτονίας, στην περίπτωση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου η εξολόθρευση δεν επιτεύχθηκε μόνο με σφαγές αλλά με μια σειρά μέτρων που εφαρμόστηκαν. Οι αναφορές σε διπλωματικά έγγραφα καταδεικνύουν καθαρά ότι μέχρι το τέλος του 1916 μεγάλο μέρος του Ελληνισμού του Πόντου και της Ανατολίας εξοντώθηκε με την αναγκαστική ένταξή του στα τάγματα εργασίας και από εκτοπίσεις και βίαιους διωγμούς στο εσωτερικό, οι οποίοι ήταν εξίσου θανατηφόροι όσο και οι σφαγές. Μια εκτεταμένη έκρηξη βίας αποτυπώνεται ξεκάθαρα στα διπλωματικά έγγραφα των διαφόρων Υπουργείων Εξωτερικών που είχαν διπλωματική παρουσία, κυρίως στη περιοχή του Δυτικού Πόντου, το έτος 1916. Η προσεκτική παρατήρηση των σφαγών αποδεικνύει όχι μόνο πως η καταστροφή υπήρξε συστηματική, καθώς καίγεται και καταστρέφεται το ένα χωριό μετά το άλλο, αλλά και ότι συνδυάζεται με την παρουσία υψηλόβαθμων στελεχών στην περιοχή, γνωστών για τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο στη Γενοκτονία των Αρμενίων. Επιπλέον η κυβερνητική εμπλοκή αποδεικνύεται από τα τηλεγραφήματα που αποστέλλουν οι αρχές στο Τζανίκ προκειμένου να πληροφορηθούν πόσοι Έλληνες είχαν μετακινηθεί από τη συγκεκριμένη επαρχία του Δυτικού Πόντου, πού είχαν αποσταλεί και πόσοι από αυτούς είχαν παραμείνει στις θέσεις τους.  Ένας από τους πρωταγωνιστές της Γενοκτονίας υπήρξε και το μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της Επιτροπής Ένωσης και Προόδου Bahaeddin Sakir. Ο Sakir έφτασε στην περιοχή το φθινόπωρο του 1916, αφού το προηγούμενο διάστημα είχε επιληφθεί των επιχειρήσεων εξόντωσης των Αρμενίων του Ερζερούμ. Την περίοδο που ο Sakir έφτασε στον Πόντο, η διαδικασία απέλασης και οι σφαγές κλιμακώθηκαν και έγιναν πιο συστηματικές. Για να γίνει αντιληπτή η κατάσταση της συστηματικής καταστροφής και της κλιμάκωσης της βίας, αξίζει κανείς να δει ενδεικτικά το κείμενο για τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην περιοχή του Πόντου το έτος 1916. 

Στην περιγραφή του Γερμανού επιτετραμένου Mithrinek, στις 7 Σεπτεμβρίου 1916 σημειώνονταν τα εξής χαρακτηριστικά:

«Στη Σινώπη, η εκκαθάριση διήρκεσε 4 ώρες. Ο συνολικός ελληνικός πληθυσμός, που φτάνει τα 4.500 άτομα, μεταφέρθηκε εν μέρει στο Μπογιαμπάτ και την Κασταμονή και εν μέρει μοιράσθηκε σε τουρκικά χωριά του βιλαετίου. Τα ίδια μέτρα έλαβαν στην Ινέπολη και σε μερικά άλλα χωριά». 

Από τον Σεπτέμβριο του 1916 εκκαθαρίστηκε η περιοχή της Σινώπης και της Ινέμπολης, ενώ αργότερα, μεταξύ 3 και 16 Νοεμβρίου 1916, πραγματοποιήθηκε η πρώτη απέλαση από την Τρίπολη. Στις 28 Δεκεμβρίου 1916 μια επιτροπή Τούρκων αξιωματικών παρουσιάστηκε στην Κερασούντα και, αφού επέλεξε από έναν ειδικό κατάλογο πρώτα εξήντα πέντε και στη συνέχεια εκατόν πενήντα οικογένειες, άρχισε τη δίωξη και τον εκτοπισμό των Ελλήνων της πόλης. Συνολικά μόνο στην Κερασούντα 88 χωριά καταστράφηκαν, ενώ 33.000 άνθρωποι εκτοπίστηκαν τον χειμώνα του 1916. Η αναφορά του πρέσβη της Αυστρίας στην Κωνσταντινούπολη δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης της συστηματικής καταστροφής και εξολόθρευσης. Γράφει στην αναφορά του: «11 Δεκεμβρίου 1916.  Ελληνικά χωριά λεηλατήθηκαν και καίγονται. Οι κάτοικοι εκδιώχθηκαν. 12 Δεκεμβρίου 1916. Στα περίχωρα της πόλης τα χωριά καίγονται. 14 Δεκεμβρίου 1916. Όλα τα χωριά καίγονται μαζί με σχολεία και εκκλησίες. 17 Δεκεμβρίου 1916. Στην περιοχή της Σαμψούντας 11 χωριά κάηκαν. Η λεηλασία συνεχίζεται. Οι χωρικοί διώκονται. 31 Δεκεμβρίου 1916. Περίπου 18 χωριά έχουν καεί εντελώς, 15 εν μέρει. Περίπου 60 γυναίκες βιάστηκαν. Έχουν λεηλατήσει ακόμη και τις εκκλησίες».

Ομοίως νωρίτερα το ίδιο έτος διατάχθηκε να εκκενωθούν οι ακτές της περιοχής Κασταμονής, Σινώπης, Κέρζε και της γύρω περιοχής, του Αλατζάμ και του Αγιαντζίκ. Επιπλέον, τον Δεκέμβριο του 1916, 80 από τους πλουσιότερους και πιο ισχυρούς πολίτες της Σαμψούντας φυλακίστηκαν και την επόμενη ημέρα εξορίστηκαν, χωρίς να τους επιτραπεί να πάρουν τίποτα μαζί για τη συντήρησή τους.  Για να κατανοήσει κανείς πόσο αποτελεσματική ήταν η πρακτική της εξόντωσης μέσω των εξαντλητικών εκτοπισμών στα ενδότερα της Ανατολίας, αρκεί να αναφερθεί ότι από τους 13.000 που απελάθηκαν από την Τρίπολη επέζησαν μόνο 800, ενώ από 700 εκδιωγμένους από το Τεπέκιοϊ της Πουλαντζάκης το 1916 μόνο 232 επέζησαν.

Όπως σημειώθηκε, τα παραπάνω καταδεικνύουν μια οργανωμένη και συστηματική εξολόθρευση και όχι παράπλευρες απώλειες αμάχων μιας πολεμικής περιόδου. Άλλωστε πρέπει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα δεν εισήλθε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο παρά το καλοκαίρι του 1917. 

 

IΙΙ. Η άποψη των διπλωματών για τους αναγκαστικούς εκτοπισμούς στο εσωτερικό της Ανατολίας. 

Αρκετές φορές αναφέρεται το επιχείρημα ότι οι εκτοπισμοί πραγματοποιήθηκαν για στρατιωτικούς λόγους, προκειμένου να μη συνεργαστεί ο ελληνικός πληθυσμός με τον προελαύνοντα ρωσικό στρατό ή με μια πιθανή συμμαχική απόβαση στα παράλια της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Έτσι δόθηκε διαταγή για εκτοπισμό του πληθυσμού στο εσωτερικό σε μια απόσταση 30-50 χιλιομέτρων. Ακόμη κι αν δεχτούμε ως εύλογο το επιχείρημα της στρατιωτικής αναγκαιότητας, αναπάντητα παραμένουν κάποια βασικά ερωτήματα: γιατί οι αρχές δεν εξόρισαν μόνο τους άνδρες, αλλά συμπεριέλαβαν στα μέτρα και τις γυναίκες, τους γέρους και τα παιδιά; Ποιος ήταν ο στρατιωτικός λόγος που επέβαλε τη συγκεκριμένη διαταγή;

  Ο τότε Γερμανός πρέσβης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία Hans von Wanghenheim δε θεωρούσε ότι οι απελάσεις επιβλήθηκαν για στρατιωτικούς λόγους, αλλά ότι ο απώτερος στόχος των Τούρκων ήταν η οριστική απομάκρυνση των αυτοχθόνων Χριστιανών, που θεωρούνταν εσωτερικοί εχθροί. Σημαντικές ανησυχίες εξέφρασε επίσης κι ο Αυστριακός πρόξενος Kwiatkowski, ο οποίος δήλωσε ότι τα μέτρα δεν είχαν επιβληθεί για κάποιον στρατιωτικό λόγο, αλλά για να εξυπηρετήσουν πολιτικούς σκοπούς.  Με τη σειρά του ο Αυστριακός πρέσβης Παλλαβιτσίνι είχε την ίδια άποψη: «Είναι φανερό ότι οι εκτοπίσεις αυτές δεν υπαγορεύονται, αυτή τη στιγμή, από κανέναν στρατιωτικό λόγο και ότι στοχεύουν μόνο σε κακώς εννοούμενες πολιτικές σκοπιμότητες». Επιπλέον, όπως έγραψε ο Αμερικανός πρέσβης Henry Morgenthau, ο Ενβέρ και ο Ταλαάτ τον διαβεβαίωσαν ότι οι γυναίκες και τα παιδιά θα εξαιρούνταν από τα μέτρα. Ωστόσο η κυβέρνηση δε σκόπευε να επιτρέψει σε όσους απελάθηκαν από τις παράκτιες περιοχές να επιστρέψουν στα χωριά τους, δεδομένου ότι σχεδίαζε να εγκαταστήσει Μουσουλμάνους πρόσφυγες στα σπίτια τους. Σύμφωνα με τον Σουηδό πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη Cosswa Anckarsvärd, αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο οι διωγμοί τόσο των Αρμενίων όσο και των Ελλήνων είχαν συμπεριλάβει τον άμαχο πληθυσμό. Σε μια επιστολή που απέστειλε στην κυβέρνησή του σημείωνε τα εξής:

«Αυτό που φαίνεται πάνω από όλα ως περιττή σκληρότητα είναι ότι η απέλαση δεν περιορίζεται μόνο στους άνδρες αλλά επεκτείνεται και στις γυναίκες και τα παιδιά. Αυτό υποτίθεται ότι γίνεται, για να είναι πολύ ευκολότερο να κατασχεθεί η περιουσία του απελαθέντος». 

Στην πραγματικότητα, όμως, η συγκριτική μελέτη των Γενοκτονιών μάς δίνει την απάντηση. Όπως σημειώνει ο Anthonie Hoslag «η στοχοποίηση των γυναικών και των παιδιών καταδεικνύει ότι στη Γενοκτονία δεν είναι ποτέ αρκετό να σκοτωθούν μαχητές, να δολοφονηθούν άνδρες και οι ηγέτες της κοινότητας, αλλά η συνέχεια της ομάδας πρέπει να διαρρηγνύεται αμετάκλητα με τη στοχοποίηση των γυναικών. Δεν πρέπει να επιτραπεί στην κοινότητα να έχει μέλλον». Αυτός ήταν ο πραγματικός στόχος του εκτοπισμού ολόκληρου του πληθυσμού: η εξόντωσή του. Η πρόθεση εξόντωσης των εκτοπισμένων αποκαλύπτεται και από την έλλειψη πρόθεσης των αρχών να επιτρέψουν οποιαδήποτε επιστροφή στα χωριά και στις οικίες τους, όπως φανερώνει το παράδειγμα στον διωγμό των Ελλήνων της Κερασούντας. Δυο εβδομάδες μετά τον εκτοπισμό τους και τον διαμοιρασμό τους τον Ιούνιο του 1917 στη Σεβάστεια, την Άγκυρα, το Μπολού και την Κασταμονή, Μουσουλμάνοι πρόσφυγες από τον Καύκασο εγκαταστάθηκαν στα σπίτια τους.

 

ΙV. Δίκαιοι Τούρκοι

Σε όλη αυτή τη σκοτεινή περίοδο της Γενοκτονίας δε θα πρέπει να λησμονήσουμε και εκείνους τους Τούρκους ή Μουσουλμάνους άλλης εθνικής καταγωγής που προσπάθησαν, με κίνδυνο πολλές φορές της ζωής τους, να σώσουν τους Χριστιανούς. Αυτοί οι Δίκαιοι άνθρωποι ήταν είτε ανώνυμοι καθημερινοί άνθρωποι, συχνά γείτονες των θυμάτων, με τα οποία ζούσαν αρμονικά μέχρι την έκρηξη του τουρκικού εθνικισμού, είτε κατείχαν κάποιο αξίωμα, πολιτικό ή στρατιωτικό. Σε πολλές αυτοβιογραφικές αναμνήσεις  και διασωζόμενες μαρτυρίες υπάρχουν συνεχείς αναφορές σε τέτοιες περιπτώσεις διάσωσης Χριστιανών. Η περίπτωση των αξιωματούχων είναι ιδιαίτερη, διότι οι πράξεις τους, οι οποίες πολλές φορές συνιστούν παραβάσεις διαταγών, θέτουν σε κίνδυνο όχι μόνο τη θέση τους αλλά και την ίδια τη ζωή τους. Πολλές φορές τα πρόσωπα αυτά ενεργούν μεμονωμένα ή συσπειρώνονται και δρουν από κοινού, όπως συνέβη με τους Μουσουλμάνους της Τραπεζούντας και τους προύχοντες της Σαμψούντας.  Οι Μουσουλμάνοι της Τραπεζούντας εγγυήθηκαν με ατομική ευθύνη των ιδίων την καλή διαγωγή των Ελλήνων και κατόρθωσαν να μην πραγματοποιηθεί ο εκτοπισμός των Ελλήνων τον Ιούνιο του 1921. Δικαιολογώντας το διάβημά τους, υπογράμμιζαν ότι κατά τον:

«Εὐρωπαϊκὸν Πόλεμον, ὅταν οἱ Ρώσοι εἰσῆλθον εἰς Τραπεζοῦντα, οἝλληνες ἐπροστάτευσαν πολὺ τὸν τουρκικὸν πληθυσμὸν τῆς Τραπεζοῦντος καὶ οἱ Χριστιανοί, ὡς ὁμόθρησκοι τῶν Ρώσσων, κατέβαλον πᾶσαν προσπάθειαν ὥστε οἱ Ρώσσοι νὰ μὴν κακοποιήσωσι τοὺς Τούρκους. Εἰς ἀνταπόδοσιν λοιπὸν εὐγνωμοσύνης οἱ Τούρκοι φέρονται οὕτω πρὸς τοὺς Ἕλληνας». 

Αντίστοιχα, όταν μεθοδευόταν η εξορία των 12.000 γυναικοπαίδων της Σαμψούντας, κινητοποιήθηκε το σύνολο σχεδόν των Τούρκων προυχόντων της πόλης, οι οποίοι τον Ιούλιο του 1921 διαμαρτυρήθηκαν στον μουτεσαρίφη. Ο μουτεσαρίφης, ο οποίος παραδέχθηκε ότι τουλάχιστον οι μισοί από τους άνδρες που είχαν εκτοπισθεί νωρίτερα πέθαναν, σημείωσε ότι δεν είχε πολλά περιθώρια αντίδρασης, καθώς οι εντολές έρχονταν από την Άγκυρα. Μόλις το πληροφορήθηκαν αυτό οι προύχοντες της πόλης, δεν έχασαν την ευκαιρία και διαμαρτυρήθηκαν ακόμη και στον ίδιο τον Μουσταφά Κεμάλ. Σ’ αυτούς τους προεστούς της Σαμψούντας, 56 τον αριθμό, που διαμαρτυρήθηκαν και αρνήθηκαν να εκτοπίσουν γυναίκες και παιδιά, επιβλήθηκαν κυρώσεις. Σημαντικό είναι να τονισθεί το γεγονός πως στη διαμαρτυρία τους οι προύχοντες είχαν επισημάνει ότι όλοι όσοι προέβησαν σε έκτροπα εναντίον των Ελλήνων της περιοχής ήταν ξένοι και όχι από την περιοχή της Σαμψούντας. Είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε αυτή την ιστορική πραγματικότητα, η οποία ασφαλώς δεν μπόρεσε να αλλάξει την τύχη του συνόλου των χριστιανικών πληθυσμών. Είναι όμως παρήγορο ότι υπήρξε. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι οφείλουμε να διακρίνουμε τους πραγματικούς θύτες που διέπραξαν τα εγκλήματα και να μην καταδικάζουμε συλλήβδην έναν ολόκληρο λαό. 

Ο Γεώργιος Σακκάς, που γεννήθηκε στην Τρίπολη του Πόντου το 1900 και έζησε σε ηλικία δεκάεξι ετών τις μαρτυρικές στιγμές της Γενοκτονίας, γράφοντας το συγκλονιστικό βιβλίο του για την Τρίπολη του Πόντου και αναφερόμενος στην εξορία των συμπατριωτών του, αναφέρεται σε αρκετές περιπτώσεις στους Δίκαιους Τούρκους που τους βοήθησαν να γλιτώσουν τον θάνατο και σημειώνει χαρακτηριστικά τα εξής:

«Στην προσπάθεια μου να εκθέσω αντικειμενικά τα γεγονότα νομίζω ότι επιβάλλεται να αναφέρω μερικά χαρακτηριστικά περιστατικά, από τα πολλά που μας έτυχαν, για να αποδειχθή η σε αντίθεση με τις διαπραχθείσες ωμότητες ανθρωπιστική και πολιτισμένη συμπεριφορά μιας μερίδος των Τούρκων. Έτσι θα μπορέσουμε με κρίση δίκαιη να καταλογίσωμε την ευθύνη των φοβερών εγκλημάτων στους πραγματικούς ενόχους και υπεύθυνους». 

Πηγή: Γεωργίου Σακκά, Η Ιστορία των Ελλήνων της Τριπόλεως του Πόντου, Αθήνα το 1957, 188.

 

Μαρτυρία Σαββούλας Τιρέκογλου, Έξοδος τ. Ε΄, σ. 434 (συνδρομή Τούρκου για σωτηρία)

«Ήρθε μια μέρα ένας Τούρκος φίλος μας, κτύπησε την πόρτα, βραδινή ώρα, και ζήτησε τον πατέρα τον δικό μου. Άμα τον είδε, του είπε: "Ένα μεγάλο μυστικό θα πω και να ειδοποιήσεις εσύ και όλους τους άλλους χριστιανούς. Οι Τούρκοι θα κάνουνε μεγάλο κακό σε σας τους χριστιανούς. Όποιον βρούνε κακή ώρα τον περιμένει. Μόνο να σηκωθείτε και να φύγετε γρήγορα να γλιτώσετε. Στο λόγγο θα πάτε, στα βουνά θα πάτε, όπου μπορείτε, εδώ να μη σας βρει».

 

V. Η Μνήμη της Γενοκτονίας

Τα τελευταία χρόνια η μνήμη έχει αναδειχθεί σε ένα καίριο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ταυτότητας και της ανθρώπινης δραστηριότητας. Όπως σημειώνει ο Ζακ Λε Γκοφ «Η μνήμη αποτελεί ένα ουσιαστικό στοιχείο αυτού που θα αποκαλούμε στο εξής ατομική ή συλλογική ταυτότητα, η αναζήτηση της οποίας συνιστά μιαν από τις θεμελιώδεις δραστηριότητες των ατόμων και των κοινωνιών του σήμερα». Η συλλογική μνήμη δημιουργείται από ένα σύνολο κοινωνικών διεργασιών, που διαμορφώνουν και μεταφέρουν από γενιά σε γενιά ορισμένες αφηγήσεις και αντιλήψεις για γεγονότα του παρελθόντος ως κοινά αποδεκτή πραγματικότητα που τη μοιράζονται συλλογικότητες σε επίπεδο μικροκοινωνίας, λαοί σε επίπεδο έθνους αλλά και παγκόσμια.  Ιδιαίτερα η ανάδυση της μνήμης έπειτα από βίαια και μαζικά εγκλήματα συνιστά μια αναγκαιότητα τόσο για την κοινωνία των θυμάτων όσο και για την ίδια την ανθρωπότητα. Κύριος σταθμός στη διαδικασία αυτή της συγκρότησης της τραυματικής μνήμης υπήρξε το έγκλημα του Ολοκαυτώματος, το οποίο λειτούργησε ουσιαστικά ως πρότυπο μοντέλο και για άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις, όπως η Γενοκτονία των Αρμενίων και ειδικότερα, στην περίπτωση που εξετάζουμε, η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου.

Σύμφωνα με τον Jeffrey Alexander το πολιτισμικό τραύμα δημιουργείται, όταν τα μέλη μιας συλλογικότητας αισθάνονται ότι έχουν υποστεί ένα οδυνηρό γεγονός που αφήνει ανεξίτηλα σημάδια στη συνείδησή τους, χαράζεται για πάντα στη μνήμη τους και αλλάζει τη μελλοντική τους ταυτότητα με θεμελιώδη και αμετάκλητο τρόπο. Οι επιζήσαντες πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής και της Γενοκτονίας βίωσαν αυτό το πολιτισμικό τραύμα, το οποίο διαμορφώθηκε μέσω των οικογενειακών βιωμάτων, των διηγήσεων και - τα τελευταία χρόνια στις νεότερες γενιές - μέσω συμβολικών αναπαραστάσεων και τελετουργικών πρακτικών από τους ποντιακούς και μικρασιατικούς συλλόγους και τις καθιερωμένες εκδηλώσεις μνήμης. Η διοργάνωση κάθε χρόνο μεγάλης κεντρικής εκδήλωσης στις πλατείες των μεγάλων πόλεων κατά τις καθιερωμένες ημέρες μνήμης των γεγονότων αυτών αποτελεί ακριβώς, πέρα από την απόδοση τιμής στα θύματα, μια από τις επιβεβλημένες  πρακτικές με τις οποίες η προσφυγική κοινότητα διαβιβάζει αυτήν τη συλλογική μνήμη στις επόμενες γενιές.  Με τη λογική ότι είναι αδήριτη η ανάγκη να ακουστεί η φωνή των θυμάτων μιας τετελεσμένης θηριωδίας και ότι η υλοποίηση αυτής της ηθικής υποχρέωσης είναι πολύ σημαντική, το ελληνικό κράτος νομοθέτησε τις ημέρες μνήμης με σκοπό την ηθική αποκατάσταση του Ελληνισμού του Πόντου, της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης.

 

Ημέρες Μνήμης:

•    Στις 24 Φεβρουαρίου 1994 στη συνεδρίαση της Ολομέλεας της Βουλής ψηφίστηκε η πρόταση νόμου και η 19η Μαΐου καθιερώνεται ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. 

•    Η Βουλή των Ελλήνων µε ομόφωνη απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1998 καθιέρωσε την 14η Σεπτεμβρίου ως Ημέρα Εθνικής Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το τουρκικό κράτος.

Κοινό χαρακτηριστικό στη μετά τη βία εποχή είναι πώς η τραυματική μνήμη οδηγεί μεταξύ άλλων σε δραστηριότητες όπως την παραγωγή βιβλίων, τη δημιουργία μνημείων και την αλληλεπίδραση με το ευρύ κοινό, σε μια προσπάθεια για ενημέρωση και για απόδοση δικαιοσύνης. Αυτή η συλλογική μνήμη, λοιπόν, κινητοποιεί τις προσπάθειες για τις επετειακές εκδηλώσεις μνήμης της Γενοκτονίας και την προσπάθεια των επιζώντων για αναζήτηση δικαιοσύνης.

 

VI. Μνημονικοί τόποι

Παράλληλα με τη διεκδίκηση της αναγνώρισης της Γενοκτονίας, τα ποντιακά σωματεία προβάλλουν το προσφυγικό ζήτημα στη δημόσια σφαίρα με μια σειρά από συμβολικές πράξεις. Το τραύμα και η προσπάθεια της διεθνούς αναγνώρισης της Γενοκτονίας δημιούργησαν έναν συνεκτικό δεσμό στην ποντιακή κοινότητα, η οποία αγωνίζεται για να διατηρήσει αυτό που έχει χαθεί και διεκδικεί την ηθική δικαίωση για το έγκλημα που υπέστη. Η συλλογική μνήμη της Γενοκτονίας αλλά και της χαμένης πατρίδας εκφράστηκε τόσο με την έγερση μνημείων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό όσο και με την επανίδρυση των μεγάλων μοναστηριών τους στην Ελλάδα, δημιουργώντας εκείνο που ο Pierre Nora ονόμασε «lieu de mémoire», δηλαδή τα μέρη εκείνα όπου η μνήμη αποκρυσταλλώνεται και αποκαλύπτεται, τα μέρη στα οποία συμπυκνώνεται και εκφράζεται το κεφάλαιο της συλλογικής μνήμης.

Από το 1950 έως το 1980 επανιδρύθηκαν τα μοναστήρια της Παναγίας Σουμελά, του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα, του Αγίου Ιωάννη Βαζελώνα, της Παναγίας Γουμερά και του Αγίου Θεόδωρου Γαβρά. Ιδιαίτερα τα τελευταία τριάντα χρόνια η έγερση μνημείων υπήρξε μαζική, με συνέπεια ακόμη και χωριά λίγων κατοίκων με ποντιακή καταγωγή να διαθέτουν το δικό τους μνημείο Γενοκτονίας. Στόχος δεν ήταν απλώς η υπόμνηση των γεγονότων αλλά και η επανοικείωση με τους χαμένους τόπους ή, όπως επιλέγουν οι πρόσφυγες να τους ονομάζουν, με τους αλησμόνητους τόπους. Σκοπός του ανεγερθέντος μνημείου είναι η ανάκληση της μνήμης της Γενοκτονίας, του μαρτυρίου και της προσφυγιάς, με απώτερο σκοπό η μνήμη να συντελέσει στη διαφύλαξη της ταυτότητας. 

 

VII. Πηγές

«Εκείνη τη μέρα τάχα πέθανε η μικρή Μαρία; Δε θυμάμαι. Θυμάμαι μοναχά το μικρό της κορμάκι που ήταν δεμένο στην πλάτη της Χριστοδούλας, όπως κάνουν οι Ινδιάνοι, και το μικρό της κεφαλάκι να πηγαίνει πέρα δώθε. Θυμάμαι μονάχα ότι κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως κάτι δεν πήγαινε καλά και το καυτό σώμα μου το έλουσε ξαφνικά παγερός ιδρώτας. «Μαμά!» είπα όσο πιο ήρεμα μπόρεσα, ελπίζοντας ότι η ηρεμία μου αυτή θα βοηθούσε την κατάσταση να γίνει και πάλι ίδια. «Η Μαρία δε φαίνεται καλά». Η Μητέρα σήκωσε το βλέμμα της και ξέσπασε σε λυγμούς. Το πρόσωπο της Μαρίας είχε γίνει σταχτί. Τα μάτια της μας κοιτούσαν ορθάνοιχτα σαν της σπασμένης κούκλας, ενώ το κεφάλι συνέχισε να πηγαίνει πέρα δώθε σε κάθε βήμα. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε πανικόβλητη η Χριστοδούλα. «Τι είναι;». Μείναμε εκεί στο δρόμο, νιώθοντας να μας πλακώνει ένας σωρός από πέτρες. Οι κουρασμένοι συνοδοιπόροι μας περνούσαν δίπλα μας και συνέχιζαν την πεζοπορία. Η Μητέρα πήρε τη Μαρία από την πλάτη της Χριστοδούλας και την κράτησε στην αγκαλιά της, καθώς τα δάκρυά της έπεφταν στο άψυχο προσωπάκι. «Κουνηθείτε!» φώναξε κάποιος στρατιώτης που ήρθε καβάλα μέχρι εκεί που στεκόμασταν. «Το μωρό μου», ψέλλισε η Μητέρα. Του έδειξε τη Μαρία, λες και περίμενε ότι θα ένιωθε και αυτός λίγο από το πόνο και την ταραχή της. «Το μωρό μου». Πέταξε το, αν είναι πεθαμένο!» φώναξε. «Κουνηθείτε!». «Αφήστε με να τη θάψω», παρακάλεσε η Μητέρα με λυγμούς. «Πέταξέ το!» Η Μητέρα έσφιξε το σώμα της Μαρίας στο στήθος της, καθώς σηκωνόμασταν όρθιοι κοιτάζοντάς τον έκπληκτοι. Το πρόσωπό της είχε μια βασανισμένη έκφραση που δεν είχα ξαναδεί ποτέ. Ο Πατέρας προσπάθησε να πάρει τη Μαρία, για να την ακουμπήσει κάτω, υποθέτω, αλλά η Μητέρα την έσφιξε ακόμη περισσότερο. Μετά, περπάτησε μέχρι το μεγάλο πέτρινο τοίχο που χώριζε το δρόμο από την πόλη και σήκωσε τη Μαρία για να την ακουμπήσει πάνω στον τοίχο, σαν σε βωμό κάποιου Θεού. Εκείνο το βράδυ, η Μητέρα κοιμήθηκε κλαίγοντας. Κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια μου, έβλεπα τη Μητέρα να σηκώνει τη Μαρία προς τον ουρανό σαν να κάνει θυσία. Η εικόνα του άψυχου κορμιού της ακουμπισμένου στον τοίχο, σαν προσφορά σε παγανιστική τελετή, με ακολούθησε και στα όνειρα μου όλες τις επόμενες μέρες. Κάθε φορά που σκεφτόμουν ότι η αδελφούλα μου είχε μείνει ξαπλωμένη και μόνη στον καυτερό ήλιο, με τα αρπακτικά πουλιά να περιφέρονται ψηλά περιμένοντας να απομακρυνθούμε, οι λυγμοί μου ξαναγυρνούσαν αβάσταχτοι.»

Thea Halo, Ούτε το όνομα μου, Αθήνα 2001, σ.  223-225.

 

«Στην Έσπιε [οικισμός στην περιοχή Τρίπολης του Πόντου] το μαντάτο έφτασε Κυριακή 16 Νοεμβρίου 1916 το πρωί. Ο Ντελάλης γυρνούσε ανάμεσα στα ελληνικά σπίτια και καλούσε όλους τους ρωμιούς να μαζευτούν μπροστά στην εκκλησία μέσα σε λίγη ώρα, κουβαλώντας μαζί τους, τα υπάρχοντά τους, ό,τι μπορούσαν… 480 ψυχές ξεκίνησαν τον Δρόμο του Γολγοθά. Ο δρόμος που πήραν -τι τραγική ειρωνεία;- ήταν ο δρόμος που πήγαιναν στα παρχάρια [ενν. στις αγροτικές κατοικίες στην εξοχή], κάθε Ιούνιο. Ο δρόμος της χαράς και της αγαλλίασης, έμελλε να γίνει ο δρόμος του μαρτυρίου…. Ήταν η ώρα 4 το απόγευμα. Είχαν ήδη περπατήσει πάνω από 20 χιλιόμετρα. Έκαμαν στάση εκεί σε μια ωραία πηγή. Πάντοτε έκαμαν στάση στην πηγή αυτή, όταν πήγαιναν στα παρχάρια. Με χαρές και κεμεντζέδες έπιναν νερό, έπλεναν το πρόσωπό τους και συνέχιζαν. Τώρα, ούτε χαρές, ούτε κεμεντζέδες. Κρύο και καμμία διάθεση. Από το σημείο αυτό έβλεπε κανείς την Έσπιε για τελευταία φορά… Ασυναίσθητα γύρισαν όλοι το βλέμμα τους προς την Έσπιε. Κάποιος φόβος τούς διακατείχε, ότι ίσως να μην την ξανάβλεπαν. Για μερικούς άρρωστους και γερασμένους, ο φόβος αυτός ήταν βέβαιος. Ο ήλιος είχε ήδη πέσει μέσα στην Μαύρη Θάλασσα για να δύσει. Τι να δουν; Όλος ο μαχαλάς τους ήταν γεμάτος με καπνούς… Τι είχε γίνει; Οι Χριστιανοί είχαν πάρει ό,τι μπορούσαν μαζί τους και διπλαμπάρωσαν τις πόρτες και τα παράθυρά τους. Ο αξιωματικός τούς είχε διαβεβαιώσει ότι δεν υπήρχε λόγος να ανησυχούν για τις περιουσίες τους. Το κράτος θα φύλαγε τα σπίτια τους και τις περιουσίες τους. Εξάλλου δεν θα πήγαιναν και πολύ μακριά… Μόνον 50 χιλιόμετρα και για σύντομο διάστημα, μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος… Το ότι θα πήγαιναν πάνω από 200 χλμ. νότια, πάνω στα βουνά, μέχρι την Σεβάστεια, το ότι θα τους έκλεβαν τα υπάρχοντά τους και ότι θα έκαιγαν και τα σπίτια τους, αυτό δεν τους είπε…». 

Γ. Ανδρεάδης, Ταμάμα, Η αγνοούμενη του Πόντου, Θεσσαλονίκη 2023 (α΄ έκδοση Αθήνα 1992), σ. 113, 115, 117.

 

Βιβλιογραφία

Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, Θεσσαλονίκη 2004.

Λιμπύ Τατά Αρσέλ, Με το διωγμό στην ψυχή. Το τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής σε τρεις γενιές, Αθήνα 2014.

Maurice Halbwachs, On Collective Memory, ed. & trans., Lewis A. Coser, University of Chicago Press, Chicago/London 1992.

Jeffrey Alexander, R. Eyerman et. al. (eds), Cultural Trauma and Collective Identity, Berkeley, 2004.

Ζακ Λε Γκοφ, Ιστορία και Μνήμη, Αθήνα 1998.

Θεοδόσιος Κυριακίδης, «Οι Δίκαιοι Τούρκοι. Ένα αποσιωπημένο κεφάλαιο της Γενοκτονίας», στο 10ο Συμπόσιο ΚΕΜΙΠΟ, Από τη Συνθήκη των Σεβρών στη Συνθήκη της Λωζάνης, Αθήνα 2023, 153-162.

Θεοδόσης Κυριακίδης, «Το Λογοπλαίσιο της Ποντιακής Γενοκτονίας και οι Ηθικές Συνδηλώσεις της», στο Μανούσος Μαραγκουδάκης, Γενοκτονίες, Ολοκαύτωμα και Πολιτισμικό Τραύμα Πόντιοι, Θεσσαλονικείς Ιουδαίοι και Γιαζίντι υπό Διωγμό, Λέσβος 2023.