ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ

ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ

 

Ι. Εβραϊκή ζωή στην Ελλάδα πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

 

Στην Ελλάδα η εβραϊκή παρουσία μαρτυρείται επιγραφικά για πρώτη φορά στο πρώτο μισό του 3ου αιώνα π.Κ.Ε., όπως δείχνει η επιγραφή του Μόσχου του Ιουδαίου από το Αμφιάρειο του Ωρωπού. Από τις Πράξεις των Αποστόλων πληροφορούμαστε ότι ο Παύλος από την Ταρσό (Απ. Παύλος) επισκέπτεται στο πρώτο μισό του 1ου αιώνα Κ.Ε. τις Συναγωγές Φιλίππων, Θεσσαλονίκης, Βέροιας, Αθηνών και Κορίνθου. Οι κοινότητες των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων αποτέλεσαν τη βάση των κοινοτήτων που ήκμασαν κατά τη βυζαντινή περίοδο. Οι Εβραίοι του Βυζαντίου, οι ονομαζόμενοι Ρωμανιώτες, μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, καλλιεργώντας ταυτόχρονα το δικό τους ιδίωμα (γραικο-ιουδαϊκή), ενώ αποτελούσαν την πλειονότητα του εβραϊκού πληθυσμού στον ελλαδικό χώρο έως και τον 15ο αιώνα.[1]

Στα τέλη του 15ου αιώνα δεκάδες χιλιάδες Σεφαραδιτών[2] Εβραίων εγκατέλειψαν την Ιβηρική χερσόνησο, διωγμένοι για θρησκευτικούς και οικονομικούς λόγους από τους καθολικούς βασιλείς Φερδινάνδο και Ισαβέλλα. Με την άδεια του Σουλτάνου Βαγιαζήτ του Β΄ χιλιάδες Σεφαραδίτες πρόσφυγες κατέφυγαν στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου και εγκαταστάθηκαν σε μεγάλα αστικά κέντρα. Ο μεγαλύτερος αριθμός Σεφαραδιτών εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη συμβάλλοντας στη ραγδαία ανάπτυξή της. Τον 16ο αιώνα η πόλη είχε ήδη μετατραπεί σε ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά και πολιτιστικά κέντρα της Μεσογείου και ήταν γνωστή ως η «Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων».[3] Χάρη στο γενικότερο κλίμα ισότητας, το οποίο παρείχε το σύστημα των μιλλέτ, οι Εβραίοι δεν υπέστησαν συστηματικές διώξεις. Στις περισσότερες κοινότητες - με εξαίρεση την Ήπειρο, την Πελοπόννησο και την Κρήτη - οι Ρωμανιώτες Εβραίοι σταδιακά αφομοιώθηκαν από τους Σεφαραδίτες, οι οποίοι τους ξεπερνούσαν αριθμητικά. Μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Ρωμανιώτες κατοικούσαν στην πλειοψηφία τους στην Άρτα, στην Πρέβεζα, στα Τρίκαλα, στη Χαλκίδα, στην Πάτρα, στα Χανιά, στον Βόλο και στα Ιωάννινα. 

Με το ξέσπασμα του Ελληνικού Πολέμου της Ανεξαρτησίας το 1821 οι Εβραίοι τέθηκαν στο στόχαστρο των Επαναστατών, βασικά λόγω της ταύτισής τους με τους Οθωμανούς. Οι δε φήμες που κυκλοφόρησαν και κατηγορούσαν Εβραίους της Πόλης για τη διαπόμπευση της σορού του απαγχονισμένου Πατριάρχη τον Απρίλιο του 1821 έριξαν λάδι στη φωτιά οδηγώντας σε σφαγές Εβραίων στην Πελοπόννησο και τη Δυτική Ελλάδα.[4] Κατά τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους στις αρχές της δεκαετίας του 1830 ζούσαν στη χώρα λιγότεροι από 500 Εβραίοι, δηλαδή το 0,064 τοις εκατό του συνολικού πληθυσμού. Το Σύνταγμα του 1844 διακήρυξε την ισότητα όλων των πολιτών ενώπιον του νόμου, ανεξαρτήτως φυλής ή θρησκείας. Μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους η εβραϊκή παρουσία στην Ελλάδα παρέμενε περιορισμένη σε «ορισμένες απομακρυσμένες εβραϊκές κοινότητες» και σε μια αυξανόμενη εβραϊκή παρουσία στην πρωτεύουσα.[5] Ο πληθυσμός αυτών των «απομακρυσμένων εβραϊκών κοινοτήτων» αυξήθηκε σημαντικά με την ενσωμάτωση των Ιονίων νήσων και της Θεσσαλίας το 1866 και το 1881 αντίστοιχα, φτάνοντας περίπου τις 6000 ψυχές. Κατά κύριο λόγο οι Εβραίοι επικεντρώνονταν κατ’ εξοχήν στο εμπόριο, στη μεταποίηση και σε διάφορες οικονομικές δραστηριότητες.

Η συμβίωση Χριστιανών και Εβραίων στο νεοπαγές ελληνικό κράτος δεν ήταν απαλλαγμένη από φαινόμενα αντισημιτισμού. Στην Αθήνα το Πάσχα του 1847 η κατοικία του Νταβίντ Πατσίφικο - Εβραίου πορτογαλικής καταγωγής και Βρετανού υπηκόου - λεηλατήθηκε από μερίδα του αθηναϊκού όχλου που είχε ενοχληθεί από την απαγόρευση του πασχαλινού εθίμου της καύσης ομοιώματος του Ιούδα. Έτσι είχαν προκρίνει οι ελληνικές αρχές, προκειμένου να μην προσβληθεί ο Γερμανοεβραίος τραπεζίτης Τζέιμς Μάγιερ Ρότσιλντ,  που αναμενόταν να έρθει στην Ελλάδα, για να διαπραγματευτεί τη χορήγηση δανείου στο ελληνικό κράτος. Τρία χρόνια αργότερα πάνοπλη μοίρα του βρετανικού στόλου επέβαλε τρίμηνο αποκλεισμό του Πειραιά, προκειμένου να υποστηριχθεί η απαίτηση μιας υπέρογκης αποζημίωσης εκ μέρους του Πατσίφικο. Στην Κέρκυρα η αναβίωση του αντισημιτικού μύθου της «συκοφαντίας τους αίματος» το 1891 οδήγησε σε πογκρόμ εναντίον των Εβραίων το νησιού. Για το κύμα βίας που εξαπλώθηκε και στα γειτονικά νησιά έγραψε και ο ξένος τύπος. Περίπου 20 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και οι υλικές ζημιές ήταν εκτεταμένες. Το αποτέλεσμα ήταν περισσότεροι από 2.500 Εβραίοι να εγκαταλείψουν το νησί.[6] Με την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η κοινότητα στην Κέρκυρα αριθμούσε περί τα 2.000 μέλη. 

Το σημείο καμπής για την εβραϊκή ζωή στην Ελλάδα ήταν η προσάρτηση της Μακεδονίας και της πρωτεύουσάς της Θεσσαλονίκης στο ελληνικό κράτος το 1913, όταν περίπου 70.000 Θεσσαλονικείς Εβραίοι έγιναν εν μια νυκτί Έλληνες πολίτες. Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης ξεχώριζαν λόγω της ισπανοεβραϊκής γλώσσας που μιλούσαν - γνωστής ως λαδίνο[7]- των εκτενών οικονομικών δραστηριοτήτων και του ενεργού τους ρόλου σε πολιτικά και πολιτιστικά δίκτυα στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη όπως η Alliance Israélite Universelle, το Σιωνιστικό Κίνημα και η Federacion Socialista Laboradera.[8]

Η προσπάθεια ενσωμάτωσης των νέων εδαφών στο ελληνικό κράτος και ο στόχος της αφομοίωσης των μειονοτήτων σε αυτό υπονόμευσαν την ισχυρή πολιτιστική ταυτότητα και την κοινοτική αυτονομία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Επιπλέον η υποστήριξη των Εβραίων ψηφοφόρων τόσο στις εκλογές του 1915 όσο και σε αυτές του 1920 για τις αντιβενιζελικές δυνάμεις - που αντίκεινται στη Μεγάλη Ιδέα - τους έφερνε σε πορεία σύγκρουσης με τους Φιλελεύθερους. Η κατάστασή τους επιδεινώθηκε, όταν η Μεγάλη Πυρκαγιά του 1917 άφησε άστεγους περισσότερους από 50.000 Εβραίους ενώ η μετανάστευση χιλιάδων Εβραίων αστικής καταγωγής στην Ιταλία, την Ελβετία και κυρίως στη Γαλλία στέρησε την κοινότητα από πολύτιμες κοινοτικές εισφορές.[9] Στον απόηχο της καταστροφής του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία (1922) και της ανταλλαγής πληθυσμών, περίπου 200.000 Έλληνες πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Η αποκατάστασή τους έγινε εθνικός σκοπός, που ασπάστηκαν με μεγαλύτερο ή μικρότερο ζήλο όλες οι μεσοπολεμικές κυβερνήσεις. Η ιδιαίτερη πολιτισμική ταυτότητα των Σεφαραδιτών δε συμβάδιζε με την ελληνική εθνική ιδέα, η οποία έθετε στο επίκεντρο την Ορθοδοξία και την ελληνική γλώσσα. Αυτή η προσέγγιση ήταν ζωτικής σημασίας για ακριτικές περιοχές, όπως π.χ. η νεοφερμένη στο ελληνικό κράτος Θεσσαλονίκη, την οποία εποφθαλμιούσαν αναθεωρητικά πολιτικά κινήματα στα Βαλκάνια.

Στην προσπάθειά τους να ξαναχτίσουν από την αρχή μια καινούρια ζωή και έχοντας εξασφαλίσει την υποστήριξη της βενιζελικής παράταξης, οι πρόσφυγες κατάφεραν να αμφισβητήσουν τη διακριτή θέση των Εβραίων στη ζωή της πόλης. Σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη πολιτική συμπαράταξη της πλειονότητας των Θεσσαλονικιών Εβραίων με τους αντιβενιζελικούς και το Λαΐκό Κόμμα, δημιουργήθηκαν σοβαρές εντάσεις στη συμβίωση Χριστιανών και Εβραίων κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Αυτές ήταν έκδηλες στον δημόσιο λόγο, στην πολιτική σκηνή και στην οικονομική ζωή της πόλης με χαρακτηριστικά παραδείγματα: την εμφάνιση αντισημιτικών λιβέλων σε μερίδα του βενιζελικού τύπου, την επιβολή της Κυριακής αργίας για όλους τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης ανεξαρτήτως θρησκεύματος, τη δημιουργία ξεχωριστού εκλογικού καταλόγου για τους Εβραίους ψηφοφόρους, τον ρόλο του ελληνικού κράτους στην κοινοτική εκπαίδευση και τις επίσημες προσπάθειες απαλλοτρίωσης του εβραϊκού νεκροταφείου.[10]

Ταυτόχρονα η άνοδος του φασισμού στην Ευρώπη μαζί με την εμφάνιση της φασιστικής αντισημιτικής οργάνωσης Ε.Ε.Ε. (Εθνική Ένωσις Ελλάς) και άλλων εθνικιστικών οργανώσεων στη Θεσσαλονίκη («Εθνική Παμφοιτητική Ένωσις», η «Εθνική Οργάνωσις Εργατών», η οργάνωση «Παύλος Μελάς», έφεδροι του ελληνικού στρατού), αν και δεν ενείχαν τα χαρακτηριστικά του φυλετικού εξολοθρευτικού αντισημιτισμού της ναζιστικής ιδεολογίας, έκαναν ακόμα πιο επισφαλή τη θέση των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη. Τον Ιούνιο του 1931 μέλη της Ε.Ε.Ε. πρωτοστάτησαν σε πογκρόμ εναντίον της φτωχής εβραϊκής γειτονιάς Κάμπελ στη Θεσσαλονίκη.[11] Ο τραγικός απολογισμός της επίθεσης ήταν δύο θύματα, πολλοί τραυματίες και εκτεταμένες υλικές ζημιές. Εκατοντάδες τρομοκρατημένοι Εβραίοι αγκάλιασαν το σιωνιστικό όραμα και μετανάστευσαν στην υπό Βρετανική Εντολή Παλαιστίνη. Περισσότεροι από 300 Εβραίοι λιμενεργάτες από τη Θεσσαλονίκη βρήκαν δουλειά στο νεοδημιούργητο λιμάνι της Χάιφα. Αντιμέτωποι με αυτή τη θύελλα των προκλήσεων, οι  Εβραίοι της Θεσσαλονίκης ίδρυσαν κόμματα που συμμετείχαν ενεργά σε κοινοτικές, δημοτικές και εθνικές εκλογές. Τα πολιτικά τους προγράμματα κάλυπταν όλο το φάσμα των πολιτικών τάσεων της εβραϊκής διασποράς, από τον Γενικό Σιωνισμό και τον Ρεβιζιονισμό μέχρι τον Σοσιαλισμό και την ανάγκη για αφομοίωση.[12]

Η εγκαθίδρυση της Δικτατορίας του Μεταξά τον Αύγουστο του 1936 σήμανε το τέλος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και της ελεύθερης έκφρασης του λόγου. Το παράπλευρο όφελος αυτής της νέας πολιτικής κατάστασης ήταν η φίμωση των αντισημιτικών φωνών. Οι Εβραίοι της Ελλάδας, με εξαίρεση τους Εβραίους κομμουνιστές, είχαν μπροστά τους σχεδόν πέντε χρόνια σχετικής ασφάλειας πριν η γερμανική εισβολή του 1941 σηματοδοτήσει την αρχή του τέλους μιας 2300 ετών δυναμικής εβραϊκής παρουσίας στην περιοχή.

 

ΙΙ. Το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων

 

Η πτώση της Κρήτης στα τέλη Μαΐου 1941 σήμανε το τέλος ενός ηρωικού, οκτάμηνου αγώνα του ελληνικού στρατού εναντίον των ιταλικών και των γερμανικών στρατευμάτων, στον οποίο είχαν συμμετάσχει πάνω από 12.000 Εβραίοι. Η παράδοση της χώρας σήμανε την απαρχή της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα, που σημαδεύτηκε από την καταστροφή της τεχνικής υποδομής της, τις εκατόμβες θυμάτων του λιμού του 1941-42, την τερατώδη πολιτική αντιποίνων στα μαρτυρικά χωριά της Ελλάδας καθώς και την εξόντωση του 86% του προπολεμικού εβραϊκού πληθυσμού της χώρας που αριθμούσε περίπου 72.000 ψυχές.  

Πραγματικά η γερμανική εισβολή συμβόλιζε μια ιστορική καμπή για τους 55.000 Εβραίους στη βόρεια Ελλάδα και ιδιαίτερα για τους 50.000 Εβραίους της Θεσσαλονίκης αλλά και για τους 330 Εβραίους στην Κρήτη, που ευθύς εξαρχής συμπεριλήφθηκαν στη γερμανική ζώνη κατοχής. Το μεγαλύτερο μέρος της χώρας - συμπεριλαμβανομένης και της Αθήνας - κατέλαβαν οι Ιταλοί. Η ιταλική κατοχή απέβη - τουλάχιστον κατ’ αρχάς – σωτήρια για περίπου 11.000 Εβραίους που ζούσαν στην ιταλική ζώνη κατοχής, καθώς ο ιταλικός φασισμός δεν ενείχε το στοιχείο του εξολοθρευτικού αντισημιτισμού των Ναζί. Οι Βούλγαροι, επίσημοι σύμμαχοι των Γερμανών ήδη από τον Φεβρουάριο του 1941, κατέλαβαν την Ανατολική Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη, όπου ζούσαν 4.200 Εβραίοι.[13] Η ελληνική επικράτεια παρέμεινε τυπικά ανεξάρτητη και ο διορισμός μίας κυβέρνησης συνεργασίας υπό τις διαταγές του στρατηγού Τσολάκογλου απέβλεπε πρωτίστως στη μείωση των εξόδων κατοχής και στη διατήρηση της τάξης.

Η γεωστρατηγική σημασία της Θεσσαλονίκης, που έκανε την πόλη έδρα του Διοικητή Θεσσαλονίκης - Αιγαίου και προπύργιο των στρατιωτικών γερμανικών δυνάμεων στη Βόρεια Ελλάδα, έσφιξε ασφυκτικά τον κλοιό γύρω από τον εβραϊκό πληθυσμό της περιοχής. Ήδη από την απαρχή της γερμανικής κατοχής οι Γερμανοί έβαλαν σε εφαρμογή την πρώτη φάση της αντισημιτικής τους πολιτικής (Μάιος 1941 – Ιούνιος 1942) στη Θεσσαλονίκη. Συνέλαβαν σύσσωμο το συμβούλιο της εβραϊκής κοινότητας της πόλης εκτός από τον Αρχιραβίνο Κόρετς, που έτυχε να είναι στην Αθήνα. Εβραϊκές περιουσίες κατασχέθηκαν. Απαγορεύθηκε η κυκλοφορία όλων των εφημερίδων, συμπεριλαμβανομένων και των εβραϊκών. Η αντισημιτική εφημερίδα Νέα Ευρώπη, η οποία μαζί με την Απογευματινή υπηρετούσε τη γερμανική προπαγάνδα, άρχισε να κυκλοφορεί στην αγορά, δηλητηριάζοντας το κλίμα συμβίωσης μεταξύ Χριστιανών και Εβραίων και προλειαίνοντας το έδαφος για την εφαρμογή της «Τελικής Λύσης» και στην Ελλάδα. 

Το Κεντρικό Επιτελείο Ρόζενμπεργκ, μέσα σε πέντε μήνες, αρχής γενομένης τον Μάιο του 1941, κατάσχεσε εβραϊκά αρχεία, λεηλάτησε συναγωγές και προχώρησε σε ανακρίσεις τόσο απλών Εβραίων όσο και κοινοτικών φορέων. Η έξοδος 70.000 Ελλήνων από τη βουλγαρική ζώνη κατοχής με αφορμή τη Σφαγή στο Δοξάτο τον Σεπτέμβριο του 1941 και η άφιξή τους στην περιοχή της Θεσσαλονίκης δυσχέραινε την κοινωνική κατάσταση στη βόρεια Ελλάδα και επιβάρυνε την καθημερινότητα των Γερμανών στρατιωτών. Οι ιθύνοντες στο Βερολίνο ανησυχούσαν έκδηλα κατά πόσο η απειλούμενη με κατάρρευση ελληνική οικονομία θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις ανάγκες του πολέμου. Ο Χάινριχ Χίμλερ, εκμεταλλευόμενος την κατάσταση, προειδοποίησε τον Χίτλερ τον Νοέμβριο του 1941 για τον  επιπρόσθετο κίνδυνο που αποτελούσε η μεγάλη εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης. Ο Χίτλερ συμφώνησε μαζί του και απαίτησε την απομάκρυνση των εβραϊκών στοιχείων από την πόλη, δίνοντας έτσι την άδεια να ξεκινήσει η δεύτερη φάση της αντισημιτικής πολιτικής στη γερμανική ζώνη κατοχής.[14] Μέχρι τότε περισσότεροι από 2,5 εκατομμύρια Εβραίοι και Εβραίες είχαν  δολοφονηθεί σε μαζικές εκτελέσεις στα κατεχόμενα εδάφη της Σοβιετικής Ένωσης ή στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης στην κατεχόμενη Πολωνία. Οι αξιωματικοί των Ες Ες, επιφορτισμένοι με το σχέδιο δολοφονίας των Ευρωπαίων Εβραίων, είχαν αποκτήσει την «τεχνογνωσία», την εμπειρία και, κυρίως, την αποφασιστικότητα να εφαρμόσουν το πρόγραμμα της «τελικής λύσης» στη μακρινή Ελλάδα.

Στις 11 Ιουλίου 1942, 9.000 άρρενες Εβραίοι, ηλικίας μεταξύ 18 και 45 ετών διατάχτηκαν να παρουσιαστούν στην Πλατεία Ελευθερίας στη Θεσσαλονίκη, όπου έπεσαν θύματα μιας καθ’ όλα βίαιης, ταπεινωτικής και εξευτελιστικής συμπεριφοράς εκ μέρους των Γερμανών κατακτητών, απλών στρατιωτών της Βέρμαχτ και του Ναυτικού. Από τους 9.000 άνδρες που παρουσιάστηκαν στην κεντρική πλατεία της Θεσσαλονίκης, δύο μέρες αργότερα 3.500 άνθρωποι στάλθηκαν με εντολή της Οργάνωσης Τοντ για καταναγκαστική εργασία σε λατομεία και οδικά έργα. 

Μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις με τον αξιωματικό της Βέρμαχτ και αρμόδιο για τη διοίκηση της πόλης Μαξ Μέρτεν, η εβραϊκή κοινότητα κατάφερε τον Οκτώβριο του 1942 να εξαγοράσει την υποχρέωση καταναγκαστικής εργασίας των μελών της. Μια τραγική παράμετρος αυτής της εκβιαστικής συμφωνίας ήταν η καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου.[15] Εβραϊκές ταφόπλακες χρησιμοποιήθηκαν για κάλυψη πεζοδρομίων, για μάθημα ανατομίας στην Ιατρική Σχολή, για την επισκευή του ναού του Αγίου Δημητρίου, ακόμα και για την επένδυση πισίνας προς αναψυχή των Γερμανών.[16]

Παρόλα αυτά η επιτυχία της εξαγοράς της καταναγκαστικής εργασίας δημιούργησε στην κοινότητα ένα αίσθημα σχετικής ασφάλειας.  Έτσι μπορεί κανείς να καταλάβει καλύτερα γιατί ο παππούς της Θεσσαλονικιάς Εβραιοπούλας Έρικας Κούνιο Αμαρίλιο χαρακτήρισε μια είδηση που άκουσε στο ραδιοφωνικό σταθμό του BBC για μαζικές εκτελέσεις Εβραίων στην ανατολική Ευρώπη στο Λούμπλιν ως βρετανική προπαγάνδα. Από την πλευρά του το γερμανικό Υπουργείο Ασφαλείας - όχι αδίκως - ερμήνευε την απουσία αλληλεγγύης και υποστήριξης του χριστιανικού πληθυσμού απέναντι στους βασανιζόμενους Εβραίους συμπολίτες τους με αφορμή τα γεγονότα στην Πλατεία Ελευθερίας ως το «πράσινο φως», για να προχωρήσει στο φονικό έργο του αφανισμού των Εβραίων στη ζώνη κατοχής. Εξάλλου η υπομονή των Γερμανών απέναντι στην ιταλική άρνηση να εφαρμόσουν την «τελική λύση» και στη δική τους ζώνη κατοχής είχε πια εξαντληθεί και οι Ναζί δεν ήταν διατεθειμένοι να καθυστερήσουν και άλλο τα υψηλής προτεραιότητας σχέδιά τους.

Από τον Ιανουάριο του 1943 ξεκίνησε η τρίτη και τελική φάση της αντισημιτικής εξολοθρευτικής πολιτικής των Γερμανών στις περιοχές ελέγχου τους. Ο Αρχιραβίνος Κόρετς είχε εν τω μεταξύ διοριστεί επικεφαλής ενός επταμελούς εβραϊκού συμβουλίου, όπως είχε γίνει με τα Γιούντενρετε (Judenräte)  και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Αρχές Ιανουαρίου 1943 κατέφθασε στη Θεσσαλονίκη o Ρολφ Γκούντερ, ο στενός συνεργάτης του Άντολφ Άιχμαν, για να προετοιμάσει το έδαφος. Στις 6 Φεβρουαρίου έφτασαν στη Θεσσαλονίκη οι αξιωματικοί των Ες Ες Άλοις Μπρούνερ και Ντίτερ Βισλιτσένι. Έχοντας εξασφαλίσει την υποστήριξη του Γερμανού Γενικού Προξένου, των στρατιωτικών παραγόντων της Βέρμαχτ, την ανοχή της ελληνικής δωσιλογικής κυβέρνησης αλλά και έχοντας βεβαιωθεί για τη σχετική «αδιαφορία» της πλειονότητας του χριστιανικού πληθυσμού, η ομάδα Μπρούνερ-Βισλιτσένι ξεκίνησε τη φονική της αποστολή.  

Αρχής γενομένης τον Φεβρουάριο του 1943, μια θύελλα αντισημιτικών διαταγών σύμφωνα με τα πρότυπα των Νόμων της Νυρεμβέργης ενέσκηψε στη Θεσσαλονίκη επιφέροντας τον στιγματισμό των Εβραίων με το κίτρινο άστρο, την γκετοποίησή τους καθώς και τη στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων.[17] Στις 9 Μαρτίου 1943 δημιουργήθηκε η Υπηρεσία Διαχείρισης Εβραϊκής Περιουσίας (Υ.Δ.Ι.Π.). Σύμφωνα με το καταστατικό της Υ.Δ.Ι.Π., επιλεγμένοι επιστάτες θα ανελάμβαναν τη διαχείριση των 12.000 σπιτιών και των 2.300 καταστημάτων, από τα οποία οι Εβραίοι ιδιοκτήτες θα αναγκάζονταν σύντομα να αποχωρήσουν. Στην πράξη ο νόμος ισοδυναμούσε με de facto δήμευση και λεηλασία. Η καταστροφή της εβραϊκής περιουσίας είχε πλεονεκτήματα για όλους τους ενδιαφερόμενους. Από τη μία πλευρά το ευρύ δίκτυο των Γερμανών συνεργατών μπορούσε να ανταμειφθεί με τον εβραϊκό πλούτο. Από την άλλη ήταν ένας τρόπος για τους Γερμανούς να δείξουν στον ελληνορθόδοξο πληθυσμό ότι ακολουθούσαν ένα είδος κοινωνικής πολιτικής προς όφελός τους. Τέλος, οι ίδιοι οι Γερμανοί πλούτισαν, με τον Μέρτεν να οικειοποιείται τα πιο πολύτιμα ακίνητα.

Εντωμεταξύ η εβραϊκή συνοικία του Βαρώνου Χίρς κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό μεταμορφώθηκε σε διαμετακομιστικό στρατόπεδο, δηλ. σε χώρο συγκέντρωσης των Εβραίων πριν τον εκτοπισμό τους. Από τις 15 Μαρτίου και μέχρι τις 10 Αυγούστου 1943 σε 19 αποστολές 48.000 Εβραίες και Εβραίοι της Θεσσαλονίκης στοιβάχτηκαν σε βαγόνια τρένων που προορίζονταν για τη μεταφορά βοοειδών και εκτοπίστηκαν στο στρατοπεδικό συγκρότημα του Άουσβιτς. Περίπου το 96% των Θεσσαλονικιών Εβραίων δε γύρισε από τα στρατόπεδα εξόντωσης.[18] Με τα τρένα που αναχώρησαν από τη Θεσσαλονίκη στις 3 και 9 Μαΐου 1943 εκτοπίστηκαν στο Άουσβιτς περίπου 1.980 Εβραίοι από τη Φλώρινα, τη Νέα Ορεστιάδα, το Σουφλί και το Διδυμότειχο. Μόνο 20 άτομα επιβίωσαν από τις εβραϊκές κοινότητες αυτών των περιοχών.

Στις 2 Αυγούστου εκτοπίστηκαν στο Μπέργκεν-Μπέλζεν 367 Ισπανοεβραίοι της Θεσσαλονίκης. Ανάμεσά τους βρίσκονταν 75 «προνομιούχοι» Έλληνες Εβραίοι, όπως ο Αρχιραβίνος Κόρετς με την οικογένειά του. Χάρη στην καθοριστική διαμεσολάβηση του Ισπανού προξένου στην Αθήνα Σεμπαστιάν ντε Ρομέρο Ραδιγάλες καθώς με την πολύτιμη βοήθεια της American Jewish Joint Distribution Committee οι Θεσσαλονικείς Ισπανοεβραίοι έφτασαν στο τέλος του 1944 στη Βαρκελώνη. Από εκεί μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα προσφύγων στο Μαρόκο (Καζαμπλάνκα). Ορισμένοι από αυτούς πήγαν στην Παλαιστίνη, έχοντας περάσει ενδιάμεσα από το Αλγέρι, την Ιταλία, τη Λιβύη και την Αίγυπτο. Μετά την Απελευθέρωση ορισμένοι μετανάστευσαν σε άλλες χώρες, άλλοι έμειναν στην Παλαιστίνη, ενώ κάποιοι επέστρεψαν τον Αύγουστο του 1945 στην Ελλάδα.

Έντεκα μέρες πριν ξεκινήσουν οι εκτοπισμοί των Εβραίων από τη Θεσσαλονίκη, τις πρώτες πρωινές ώρες της 4ης Μαρτίου, άρχισε ο εκτοπισμός των Εβραίων από τη βουλγαρική ζώνη κατοχής, στην οποία ζούσαν περισσότεροι από 4.640 Εβραίοι. Περίπου 2.100 ζούσαν στην Καβάλα και οι υπόλοιποι στην Αλεξανδρούπολη, τις Σέρρες, την Κομοτηνή, την Ξάνθη και τη Δράμα. Ήδη από τον Αύγουστο του 1942 είχαν επιβληθεί αντισημιτικά μέτρα ενάντια στον εβραϊκό πληθυσμό.[19] Στις 22 Φεβρουαρίου 1943 η βουλγαρική κυβέρνηση είχε αποφασίσει να εκτοπίσει 12.000 Εβραίους από τις βουλγαρικές ζώνες κατοχής στην Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία, στο πλαίσιο της δέσμευσής της προς τη γερμανική κυβέρνηση να εκτοπίσει 20.000 Εβραίους. Οι Εβραίοι της "Παλαιάς Βουλγαρίας" είχαν εξαιρεθεί προς το παρόν από το μέτρο του εκτοπισμού. Οι Έλληνες Εβραίοι πρώτα μεταφέρθηκαν με τρένα σε στρατόπεδα στην Ντούπνιτσα και την Γκόρνα Τζουμάγια στο εσωτερικό της Βουλγαρίας και από εκεί προς το λιμάνι του Λομ στον Δούναβη. Στη συνέχεια «φορτώθηκαν» σε ποταμόπλοια που τους μετέφεραν στη Βιέννη, για να καταλήξουν στο στρατόπεδο εξόντωσης της Τρεμπλίνκα βορειοδυτικά της Βαρσοβίας. Κανένας από αυτούς τους ανθρώπους δε γύρισε ζωντανός από την «Κόλαση της Τρεμπλίνκα».[20]

Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας τον Σεπτέμβριο του 1943 οι Γερμανοί πήραν υπό τον έλεγχό τους την ιταλική ζώνη κατοχής της χώρας και ξεκίνησαν τη δίωξη των Εβραίων που ζούσαν εκεί. Στην Αθήνα ο αριθμός τους είχε αυξηθεί στις 7000 λόγω των περίπου 4000 Εβραίων προσφύγων από τη γερμανική ζώνη κατοχής, που είχαν αναζητήσει καταφύγιο στην ιταλοκρατούμενη πρωτεύουσα. Ο ραβίνος της Αθήνας Ηλίας Μπαρτζιλάι δεν έδωσε στους Γερμανούς τους καταλόγους ονομάτων των μελών της Κοινότητας και ο ίδιος διέφυγε με τη βοήθεια του ΕΑΜ στα βουνά. Ο στρατηγός των Ες Ες και υπεύθυνος για την καταστολή της εξέγερσης του Γκέτο της Βαρσοβίας Γιούργκεν Στρουπ αντέδρασε, εκδίδοντας διαταγή, σύμφωνα με την οποία όλες οι Εβραίες και όλοι οι Εβραίοι της πόλης έπρεπε να δηλωθούν. Από τους 7000 παρουσιάστηκαν περίπου 1000.

Βλέποντας τα φονικά τους σχέδια να ματαιώνονται, οι Γερμανοί κατέφυγαν σε δόλια τεχνάσματα. Στις 24 Μαρτίου 1944 παγίδευσαν στο διαβόητο Μπλόκο της Συναγωγής περίπου 800 Εβραίες και Εβραίους της Αθήνας. Μετά τους φυλάκισαν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου και με τρένο που αναχώρησε από τον σταθμό του Ρουφ στις 2 Απριλίου 1944 τους εκτόπισαν στο Άουσβιτς. Με το ίδιο τρένο μεταφέρθηκαν Εβραίες και Εβραίοι της περιοχής Πάτρας-Αγρινίου, της Χαλκίδας, του Βόλου, της Λάρισας, των Τρικάλων, της Άρτας, της Πρέβεζας, των Ιωαννίνων, της Θεσσαλονίκης και της Καστοριάς. Αυτό υπήρξε σύμφωνα με τον ιστορικό Χάγκεν Φλάισερ και το μεγαλύτερο «τρένο θανάτου» που αναχώρησε από την Ελλάδα μεταφέροντας πάνω από 4.000 άτομα.[21]

Μετά την ηπειρωτική χώρα οι Γερμανοί στράφηκαν στα νησιά. Το καλοκαίρι του 1944 και ενώ η απελευθέρωση της Ελλάδας ήταν θέμα λίγων μηνών οι εβραϊκές κοινότητες της Κρήτης, της Κέρκυρας, της Ρόδου και της Κω (οι δύο τελευταίες  δεν ανήκαν ακόμη στην ελληνική επικράτεια)[22] έχασαν από 89% ως 92% του προπολεμικού πληθυσμού τους. Στη δε Κέρκυρα ο Δήμαρχος, μαζί με τον Νομάρχη και τον Διευθυντή της Αστυνομίας εξέδωσαν ανακοίνωση, στην οποία χαιρέτιζαν τον εκτοπισμό των Εβραίων του νησιού. Οι Εβραίοι από τα Χανιά και το Ηράκλειο της Κρήτης «φορτώθηκαν» στις αρχές Ιουνίου 1944 στο ατμόπλοιο Τάναϊς, για να τους μεταφέρει στον Πειραιά και από εκεί στο Άουσβιτς. Το πλοίο όμως τορπιλίστηκε από βρετανικό υποβρύχιο στις 9 Ιουνίου παρασύροντας στον βυθό το ανθρώπινο φορτίο του.

Κατά τη διάρκεια του Διωγμού περισσότεροι από 7.000 Εβραίοι και Εβραίες κατάφεραν να κρυφτούν.  Πολλοί από αυτούς οφείλουν την επιβίωσή τους στην οικονομική τους επιφάνεια αλλά και στη μεγαλοψυχία κάποιων Χριστιανών που αψήφησαν τις γερμανικές διαταγές, οι οποίες προέβλεπαν την εσχάτη των ποινών. Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός μαζί με 27 εκπροσώπους πνευματικών και επαγγελματικών οργανώσεων  διαμαρτυρήθηκαν τον Μάρτιο του 1943 γραπτώς προς τον πρωθυπουργό της κυβέρνησης συνεργασίας Κωσταντίνο Λογοθετόπουλο και προς τον Πληρεξούσιο του Ράιχ στην Ελλάδα Günther Altenburg για τον διωγμό των Εβραίων. Ο Αρχιεπίσκοπος επίσης συνεργάστηκε με τον Διευθυντή της Αστυνομίας Άγγελο Έβερτ και προέβησαν σε έκδοση ψεύτικων ταυτοτήτων, στις οποίες αναγράφονταν χριστιανικά ονόματα και ως θρήσκευμα «χριστιανός ορθόδοξος». Κάποιοι Εβραίοι και Εβραίες βαφτίστηκαν Χριστιανοί.[23] Χάρη στις ψεύτικες ταυτότητες και τα πιστοποιητικά βάπτισης περίπου 560 Εβραίες και Εβραίοι της Ελλάδας κατάφεραν να σωθούν από τους θαλάμους αερίων και τα κρεματόρια του Άουσβιτς. Με τη βοήθεια των «Καλών Ποιμένων», Εβραίων και Χριστιανών, κατάφεραν να σωθούν πολλές Εβραίες και πολλοί Εβραίοι από τον Βόλο και τη Χαλκίδα. Κορυφαίο παράδειγμα αποτελεί το νησί της Ζακύνθου, όπου σύσσωμος ο εβραϊκός πληθυσμός γλίτωσε από τη ναζιστική λαίλαπα. Ο ίδιος ο Ιταλός πρόξενος στη Θεσσαλονίκη Γκουέλφο Ζαμπόνι κατάφερε, έπειτα από εξαντλητικές διαπραγματεύσεις με τους Γερμανούς, να πετύχει την εξαίρεση 74 Ελλήνων Εβραίων της πόλης από το μέτρο του άμεσου εκτοπισμού, αποδίδοντάς τους ιταλική υπηκοότητα.[24]   

Αρκετοί Εβραίοι, με τη βοήθεια των αντιστασιακών οργανώσεων και ιδιαίτερα του ΕΑΜ, κατέφυγαν στην παραλία των Τσακαίων στην Εύβοια. Από εκεί διέφυγαν με μικρές ψαρόβαρκες προς τις τουρκικές ακτές, φτάνοντας τελικά στην υπό Βρετανική Εντολή Παλαιστίνη.[25] Πολλοί ήταν οι Εβραίοι που πολέμησαν στις τάξεις του Ελληνικού Βασιλικού Εκστρατευτικού Σώματος στη Μέση Ανατολή. Την ίδια μαχητική ετοιμότητα επέδειξαν περίπου 700 Εβραίοι που συμμετείχαν στην Εθνική Αντίσταση, τόσο σε μάχιμες μονάδες ως επιτελικοί αξιωματικοί όσο και σε βοηθητικές θέσεις, όπως γιατροί, νοσοκόμες και διερμηνείς. Σημαντική ήταν η συμβολή της Εθνικής Αντίστασης στη διάσωση των Εβραίων της Χαλκίδας, των Τρικάλων, της Καρδίτσας, του Βόλου, της Λάρισας, του Αγρινίου και της Πάτρας. Περίπου 120 Εβραίοι σκοτώθηκαν σε αντίποινα ή εκτελέστηκαν ως μέλη της Αντίστασης. Περίπου 62 Εβραίες συμμετείχαν στην Αντίσταση. Ενδεικτικά αναφέρουμε την «Καπετάνισσα Σαρίκα» από τη Χαλκίδα, την Αλλέγρα Καπέτα από τα Τρίκαλα, τις Θεσσαλονικιές νοσοκόμες Ματίλντα Μπουρλά και Φάνυ (Φλώρα) Φλωρεντίν, τη Θεσσαλονικιά Επονίτισσα Νταίζυ Καράσσο και τις αδελφές Ντόρα και Γιολάντα Μπουρλά.[26]

Με την άφιξή τους στο Άουσβιτς, τα παιδιά στέλνονταν κατευθείαν στους θαλάμους αερίων. Όσα επέζησαν από την πρώτη «διαλογή», αντιμετωπίστηκαν ως ενήλικες. Υπολογίζεται ότι περίπου 13.000 Εβραιόπουλα από την Ελλάδα κάτω των 18 ετών δολοφονήθηκαν στους θαλάμους αερίων. Οι γυναίκες συνήθως δούλευαν σε διάφορα Άουσενκομαντο, δηλαδή ομάδες που δούλευαν έξω από το στρατόπεδο, κόβοντας ξύλα, σκάβοντας, κουβαλώντας πέτρες κλπ. Η βαριά χειρωνακτική εργασία ήταν εξαντλητική, μερικές φορές εντελώς άσκοπη και συχνά συνοδευόταν από εξευτελισμούς, ξυλοδαρμούς και επιθέσεις των σκύλων των Ες Ες. Πολλές νεαρές γυναίκες από την Ελλάδα δούλευαν σε κουζίνες, αναρρωτήρια, υφαντουργεία και στο Κάναντα Κομάντο στο Μπίρκεναου, το συγκρότημα των χωραφιών κοντά στους θαλάμους αερίων, όπου συγκεντρώνονταν σε σωρούς τα προσωπικά αντικείμενα των κρατουμένων.

Χιλιάδες Έλληνες βρέθηκαν στα υποστρατόπεδα Neu-Dachs, Golleschau και Eintrachthütte και εργάστηκαν σε εργοστάσια όπλων, σε κατασκευαστικά έργα, σε εργοστάσιο τσιμέντου και σε ορυχεία, καθώς και στο Monowitz–Auschwitz III, γνωστό και ως Buna. Εβραίοι από την Ελλάδα ήταν επίσης μέλη της Ζόντερκομαντο, της «ειδικής ομάδας» Εβραίων εγκλείστων, που αναγκάστηκαν να δουλεύουν στους θαλάμους αερίων και στα κρεματόρια του Άουσβιτς-Μπίρκεναου. Δεκαεπτά Έλληνες Εβραίοι συμμετείχαν στην εξέγερση της Ζόντερκομαντο στις 7 Οκτωβρίου 1944, πληρώνοντας με τη ζωή τους αυτή την ηρωική πράξη εξέγερσης και αυτοθυσίας. Όταν οι Γερμανοί διέταξαν την εκκένωση του Άουσβιτς τον Ιανουάριο του 1945, πολλοί Εβραίοι από την Ελλάδα έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια των μαρτυρικών «πορειών θανάτου» προς άλλα ναζιστικά στρατόπεδα που βρίσκονταν στο εσωτερικό του Ράιχ. Όσοι δεν επιλέχθηκαν για τις πορείες, βρίσκονταν ακόμη στο στρατόπεδο κατά την απελευθέρωσή του από τον Κόκκινο Στρατό στις 27 Ιανουαρίου 1945.

 

ΙΙΙ. Εβραϊκή ζωή στην Ελλάδα μετά το Ολοκαύτωμα

 

Από τον  προπολεμικό πληθυσμό των περίπου 70.000 Εβραίων, το 1946 ζούσαν στην Ελλάδα περίπου 10.000 Εβραίες και Εβραίοι, oι περισσότεροι από αυτούς στην Αθήνα. Εκτός από τα βαθιά τραύματα που ήταν χαραγμένα στις ψυχές τους από την εμπειρία των στρατοπέδων, τη δολοφονία των αγαπημένων τους, την «εκκωφαντική» σιωπή της πλειονότητας του κόσμου για το Ολοκαύτωμα, είχαν επιπλέον χάσει τις περιουσίες τους. Την ίδια στιγμή η συμμετοχή τους στην Αντίσταση ήταν ένα εξόχως προβληματικό θέμα για την Ελλάδα του Εμφυλίου, ενώ ο αντισημιτισμός, που δεν είχε εξαλειφθεί, δε βοηθούσε, ώστε να ξεπεραστούν τα παραπάνω προβλήματα. Μέχρι το 1958 α αριθμός των Εβραίων στην Ελλάδα είχε μειωθεί στους 5.209, καθώς 3.500 Εβραίοι είχαν μεταναστεύσει στο νεοϊδρυθέν κράτος του Ισραήλ, 1.200 στις ΗΠΑ και μερικές χιλιάδες στον Καναδά, στην Αυστραλία, στη Νότια Αφρική, στη Νότια Αμερική και στο Κονγκό.[27] Σήμερα ο εβραϊκός πληθυσμός της Ελλάδα ανέρχεται περίπου στους 5000 ανθρώπους, που ζούνε σε 9 εβραϊκές κοινότητες στη χώρα.

 

 



[1] De Lange, N. (2022). Οι Εβραίοι στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Αθήνα: Εκδόσεις Καπόν. Εβραϊκό Μουσείο της Ελλάδος. 

[2] Ο όρος «Σεφαραδίτης» προέρχεται από τον όρο «Σεφαράντ», βιβλική ονομασία για την «Ισπανία».

[3] Mazower, M. (2006). Θεσσαλονίκη, Πόλη των Φαντασμάτων, Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι και Εβραίοι 1430-1950. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

[4] Fleming, K. E. (2008). Greece. A Jewish history. Princeton and Oxford: Princeton University Press, σελ. 15-17.

[5] Ό.π.,  σελ. 23.  

[6]https://greekjewsholocaustsurvivors.art/%ce%b3%ce%bb%cf%89%cf%83%cf%83%ce%b1%cf%81%ce%b9/#Pogrom-1891. ΑΡΤΕΜΙΣ ΑΛΚΑΛΑΗ. Έλληνες Eβραίοι επιζώντες του Ολοκαυτώματος. Eνα εικαστικό-ερευνητικό πρότζεκτ, επιμέλεια: Ευγενία Αλεξάκη.

[7] Εβραιοισπανική διάλεκτος που μιλούν οι Σεφαραδίτες στην Ελλάδα, αλλά και σε όλο τον κόσμο. Φέρει γλωσσικά δάνεια από τα εβραϊκά, τα αραμαϊκά, τα αραβικά, τα τουρκικά, τα ιταλικά, τα γαλλικά, τα ελληνικά και τις σλαβικές γλώσσες.

[8] Μόλχο, Ρ. (2001). Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης 1856-1919. Μία ιδιαίτερη κοινότητα. Αθήνα: Θεμέλιο.

[9] Naar, D. E. (2016). Jewish Salonica. Between the Ottoman Empire and Modern Greece. Stanford, California: Stanford University Press. 

[10]Pierron, B. (2004). Εβραίοι και Χριστιανοί στη νεότερη Ελλάδα. Ιστορία των διακοινοτικών σχέσεων από το 1821 ως το 1945. Αθήνα: Πόλις.

[11] Τρεμόπουλος, Μ. (2018). Τα τρία Ε (ΕΕΕ) και ο εμπρησμός του Κάμπελ. Το πογκρόμ του 1931 στη Θεσσαλονίκη. Θεσσαλονίκη: ΑΝΤΙΓΟΝΗ.

[12] Vassilikou, M. (1999). Politics of the Jewish community of Salonika in the Inter-war years: Party Ideologies and Party Competition. Dissertation, University College London 1999.

[13] Φλάισερ, Χ. (πρώτη έκδ. 1995). Στέμμα και Σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης, 1941-1944, τ. Ι.,  Αθήνα: Παπαζήσης. Σελ. 83-114.

[14] Bowman, S. B. (2009). The Agony of Greek Jews, 1940-1945. Stanford, California: Stanford University Press, σ. 60.  

[15] Saltiel, L. (2021). The Holocaust in Thessaloniki. Reactions to the Anti-Jewish Persecution, 1942-1943. London and New York: Routledge.

[16] Μόλχο, Ρ.  ( 2014). Το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων. Μελέτες Ιστορίας και Μνήμης. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκης, σελ. 65.

[17] Mόλχο, Μ. (1974). In Memoriam. Aφιέρωμα εις την μνήμην των Ισραηλιτών θυμάτων του ναζισμού εν Ελλάδι. Θεσσαλονίκη: Ισραηλιτική Κοινότης Θεσσαλονίκης. Σελ. 84-88, 163-173.

[18] Μπενβενίστε, Ρ. (2014).  Αυτοί που επέζησαν. Αντίσταση, Εκτόπιση, Επιστροφή. Θεσσαλονικείς Εβραίοι στη δεκαετία του 1940. Αθήνα: Πόλις.

[19] Κοτζαγεώργη-Ζυμάρη, Ξ. (επιμ.), (2002). Η Βουλγαρική Κατοχή στην ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη 1941 – 1944: Καθεστώς, παράμετροι, συνέπειες. Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής. Σελ. 61-155.

[20] Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος (επιμ.), (2006, συλλογικό). Το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων, Μνημεία και Μνήμες. Αθήνα: έκδ. ΚΙΣΕ – ΓΓΝΓ. Σελ. 22-23, 75, 81, 89, 101, 110, 120.

[21] Φλάισερ, Χ. (πρώτη έκδ. 1995). Στέμμα και Σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης, 1941-1944, τ. ΙΙ.,  Αθήνα: Παπαζήσης. Σελ. 336.

[22] Η Κέρκυρα και τα Ιόνια είχαν κατακτηθεί από την Ιταλία και τα Δωδεκάνησα ανήκαν από τον ιταλοοθωμανικό πόλεμο του 1911 στην Ιταλία.

[23] Βενέζης, Η. (2008).  Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός. Οι χρόνοι της δουλείας. Αθήνα: Εστία, σελ. 259-270.

[24] Βαρών-Βασάρ, Ο. Η ανάδυση μιας δύσκολης μνήμης. Κείμενα για τη γενοκτονία των Εβραίων. Αθήνα¨Εστία, σελ. 149-155.

[25] Vassilikou, M. (2017). Die Verfolgung und Ermordung der europäischen Juden durch das nationalsozialistische Deutschland 1933-1945, Besetztes Südosteuropa, Band 14, Teil: Griechenland, Berlin-Boston: De Gruyter/Oldenbourg. Σελ. 74.

[26] Χανδρινός, Ι. (2020). Συναγωνιστές. Το ΕΑΜ και οι Εβραίοι της Ελλάδας. Αθήνα: Ψηφίδες.

[27]Chandrinos, I. & Droumpouki, Α. (2018). “The German Occupation and the Holocaust in Greece: A survey„ in G. Antoniou and Dirk Moese (ed.), The Holocaust in Greece. Cambridge: Cambridge University Press: Σελ. 33-34.