Γενοκτονία και Εθνοκάθαρση στους πολέμους της Γιουγκοσλαβίας (1991-1995)
Γενοκτονία και Εθνοκάθαρση στους πολέμους της Γιουγκοσλαβίας (1991-1995)
Γενοκτονία και Εθνοκάθαρση στους πολέμους της Γιουγκοσλαβίας (1991-1995)
Κατά την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα τα Βαλκάνια βρέθηκαν στο επίκεντρο του διεθνούς πολιτικού, θρησκευτικού και ανθρωπιστικού ενδιαφέροντος λόγω της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας. Η σταδιακή κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος μετά τον θάνατο του ιστορικού ηγέτη Γιόζιπ Μπροζ Τίτο το 1980 και η ολοένα εντεινόμενη αύξηση του εθνικισμού στις ομόσπονδες δημοκρατίες της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας συνετέλεσαν στη μη ειρηνική διάσπασή της. Οι πόλεμοι για τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας αποτέλεσαν την πιο αιματηρή σύγκρουση στη μεταπολεμική Ευρώπη, καθώς χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους ή τις οικίες τους κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Ως επακόλουθο δημιουργήθηκε ένα προσφυγικό κύμα που η Ευρώπη είχε δεκαετίες να βιώσει. Ωστόσο τα πραγματικά αίτια της ασυμβατότητας των επιμέρους εθνών της Γιουγκοσλαβίας εντοπίζονται διαχρονικά στους αιώνες και σε ποικίλους τομείς όπως η θρησκεία, η οικονομία, η κοινωνία κ.α. Η αδυναμία συμβίωσης σε ένα ενιαίο κράτος έγινε αντιληπτή ήδη από την πρώτη απόπειρα δημιουργίας ενός νοτιοσλαβικού κράτους αμέσως μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο η νίκη των Συμμάχων στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και οι ιδιαίτερες συνθήκες ισορροπιών του Ψυχρού Πολέμου οδήγησαν στην ανασύσταση της Γιουγκοσλαβίας αλλά αυτή τη φορά υπό σοσιαλιστική βάση.
Το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η ριζική αλλαγή των συνόρων μέσω της διάλυσης της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας οδήγησαν στη δημιουργία του Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. Το Βασίλειο αυτό αποτελούνταν από τα σημερινά εδάφη της Σλοβενίας, της Κροατίας, της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, του Μαυροβουνίου, της Σερβίας, του Κοσόβου και της Βόρειας Μακεδονίας. Σύμφωνα με τη σερβική πλευρά Σέρβοι, Κροάτες και Σλοβένοι αποτελούσαν τρεις φυλές του ίδιου έθνους, ενώ η κροατική πλευρά υποστήριζε ότι αποτελούσαν τρία διαφορετικά έθνη. Διαβλέποντας το αδιέξοδο, ο Σέρβος βασιλιάς Αλέξανδρος Καραγιώργης το 1929 μετονόμασε το Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων σε Γιουγκοσλαβία, προσπαθώντας να δημιουργήσει μια νέα συλλογική ταυτότητα των Γιουγκοσλάβων (Νοτιοσλάβων). Ωστόσο η σθεναρή αντίσταση κυρίως των Κροατών, η σύντομη διάρκεια του Μεσοπολέμου και οι διάφορες διεθνείς και εγχώριες εξελίξεις οδήγησαν το εγχείρημα σε αποτυχία. Παράλληλα η διατήρηση της μεγαλοσερβικής ιδέας στη Γιουγκοσλαβία έως το 1941, η οποία προέβλεπε την ένωση όλων των σερβικών πληθυσμών και τον ηγεμονισμό τους επί των άλλων νοτίων Σλάβων, αποτέλεσε ένα επιπλέον πρόσκομμα στην επιτυχία του εγχειρήματος.
Από την πλευρά τους οι Κροάτες στήριζαν τα αιτήματά τους για αυτονομία στο ιστορικό και κρατικό δίκαιο, στο γεγονός δηλαδή ότι κατά τον Μεσαίωνα είχαν δημιουργήσει κράτος και αργότερα απολάμβαναν καθεστώς αυτονομίας εντός του Βασιλείου της Ουγγαρίας μετά το 1102 και της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων μετά το 1526 και το 1867. Μία επιπλέον ειδοποιό διαφορά μεταξύ Σέρβων και Κροατών αποτελεί το δόγμα, καθώς οι Κροάτες προσχώρησαν στον Καθολικισμό από τον 9ο αιώνα, ενώ οι Σέρβοι παραμένουν μέχρι και σήμερα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Καθ’ όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου οι Κροάτες διεκδικούσαν την αυτονομία τους μέσω του Κροατικού Αγροτικού Κόμματος των Ράντιτς και Μάτσεκ, ενώ το Κροατικό Επαναστατικό Κίνημα των Ουστάσε με επικεφαλής τον Άντε Πάβελιτς δρούσε εις βάρος της Γιουγκοσλαβίας, πραγματοποιώντας τρομοκρατικές επιθέσεις σε βάρος των Σέρβων.
Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Κροάτες δε θεωρήθηκαν Σλάβοι αλλά μέρος της άριας φυλής, καθώς ήταν καθολικοί και βρίσκονταν πολιτισμικά εγγύτερα στη Δύση, ενώ αντίστοιχη ήταν η στάση προς τους Μουσουλμάνους της Βοσνίας. Το διάστημα 1941-1945 δημιουργήθηκε το Ανεξάρτητο Κράτος της Κροατίας, ένα φασιστικό κράτος υπό τον Άντε Πάβελιτς, στηριζόμενο από τη Γερμανία και την Ιταλία. Κατά την περίοδο αυτή λειτούργησαν περισσότερα από 20 στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ γνωστότερο ήταν το στρατόπεδο Γιασένοβατς με θύματα κυρίως Εβραίους, Τσιγγάνους, Σέρβους και διάφορες μη καθολικές μειονότητες. Οι σερβικοί πληθυσμοί υποβλήθηκαν σε βίαιο προσηλυτισμό, εκτοπισμούς και εξόντωση στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Σύμφωνα με τις σερβικές εκτιμήσεις στο Γιασένοβατς υπήρξαν περισσότερα από 500.000 θύματα, ενώ οι σημερινές κροατικές εκτιμήσεις κάνουν λόγο για 15.000 θύματα. Ωστόσο ο Κροάτης ιστορικός Ίβο Μπάνατς υπολογίζει τα θύματα σε 120.000. Σε κάθε περίπτωση τα εγκλήματα των Ουστάσε έλαβαν τέτοιες διαστάσεις, ώστε προκαλούσαν απέχθεια ακόμη και στους ίδιους τους Γερμανούς αξιωματικούς.
Τα πιο αξιόπιστα στοιχεία, που προέρχονται από το Μουσείο Μνήμης του Ολοκαυτώματος των Ηνωμένων Πολιτειών, αναφέρουν ότι την περίοδο 1941-1945 ο συνολικός αριθμός των θυμάτων κυμάνθηκε μεταξύ 77.000 και 99.000.[3] Πιο συγκεκριμένα ο αριθμός των Σέρβων ανέρχεται σε 45.000-52.000, των Εβραίων μεταξύ 12.000-20.000, των Ρομά μεταξύ 15.000-20.000, ενώ 5.000-12.000 επιπλέον θύματα αποτέλεσαν Κροάτες και Μουσουλμάνοι, οι οποίοι ήταν πολιτικοί αντίπαλοι του καθεστώτος. Οι συνθήκες διαβίωσης στο στρατόπεδο Γιασένοβατς ήταν απάνθρωπες, καθώς οι έγκλειστοι λάμβαναν ελάχιστη τροφή, ενώ οι συνθήκες διαβίωσης και υγιεινής ήταν ανεπαρκείς. Επιπλέον πολλά ήταν τα φαινόμενα βασανισμών, δολοφονιών και εκφοβισμού από τους Κροάτες φύλακες του στρατοπέδου και τα παραστρατιωτικά μέλη των Ουστάσε. Το Ανεξάρτητο Κροατικό Κράτος ευθύνεται συνολικά για 320.000 - 340.000 θύματα σερβικής καταγωγής που κατοικούσαν στα εδάφη της Κροατίας και της Βοσνίας. Δίκαια, επομένως, το στρατόπεδο Γιασένοβατς αποκαλείται ως «το Άουσβιτς των Βαλκανίων».
Παρά τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η νίκη των Συμμάχων οδήγησε στην ανασύσταση της Γιουγκοσλαβίας στα παλαιά της σύνορα. Το νέο κράτος λειτούργησε σε ομοσπονδιακή βάση και η χώρα ανασυγκροτήθηκε σε έξι ισότιμες σοσιαλιστικές δημοκρατίες, τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Κροατίας, τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Μαυροβουνίου, τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Σλοβενίας, τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Σερβίας και τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας (πλέον Βόρεια Μακεδονία), ενώ υπήρχαν και δύο αυτόνομες επαρχίες, το Κόσοβο και η Βοϊβοδίνα. Στο νέο κράτος δεν επικρατούσε η μεγαλοσερβική ιδέα όπως μεσοπολεμικά αλλά το σύνθημα «Αδύνατη Σερβία - Ισχυρή Γιουγκοσλαβία». Ωστόσο, η νέα διάρθρωση του κράτους δεν κατάφερε να εξαλείψει τα εσωτερικά εθνικά προβλήματα. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 άρχισαν να εμφανίζονται εθνικά ζητήματα υπό τον μανδύα της αποκέντρωσης, καθώς Ζάγκρεμπ, Λιουμπλιάνα και Σκόπια επεδίωκαν τη μετατροπή της Γιουγκοσλαβίας σε συνομοσπονδία. Καρπό της προσπάθειας αυτής αποτέλεσε το σύνταγμα του 1974, το οποίο παρείχε σημαντική οικονομική και πολιτική αυτονομία προς τις ομοσπονδιακές κυβερνήσεις, ενώ πολλοί Σέρβοι απομακρύνθηκαν από νευραλγικές θέσεις.
Ωστόσο το σύνταγμα του 1974 δε στάθηκε αρκετό, ώστε να ικανοποιήσει τις εθνικιστικές και αποκεντρωτικές τάσεις. Ο θάνατος του Τίτο το 1980, τα οικονομικά προβλήματα και η αύξηση του πληθωρισμού, της ανεργίας και του εξωτερικού χρέους είχαν ως αποτέλεσμα τη σταδιακή άνοδο των εθνικισμών στις επιμέρους δημοκρατίες. Επιπρόσθετο ρόλο διαδραμάτισε και η Καθολική Εκκλησία, καθώς, κατά την περίοδο από το 1975 έως το 1984 και στο πλαίσιο του εορτασμού της χιλιετίας του Χριστιανισμού στην Κροατία, προετοίμασε νοερά τον κροατικό λαό για την απόσχιση από τη Γιουγκοσλαβία, προωθώντας την άποψη ότι οι Κροάτες ήταν φυλακισμένοι εντός της Ομοσπονδίας.[6] Την πόλωση μεταξύ των δύο πλευρών ενίσχυσε το Υπόμνημα που εξέδωσε το 1986 η Σερβική Ακαδημία Επιστημών, κατηγορώντας την κομματική ηγεσία για διαμελισμό των Σέρβων και αναδεικνύοντας περισσότερο το σερβικό ζήτημα. Από το 1987 ξεκίνησε μια σερβική εθνικιστική πολιτική, υποστηρίζοντας τα δικαιώματα των Σέρβων στις άλλες Ομόσπονδες Δημοκρατίες. Χαρακτηριστική είναι η κατάργηση της αυτονομίας του Κοσόβου και την Βοϊβοδίνας από τον Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, Πρόεδρο της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Σερβίας, τον Μάρτιο του 1989. Έτσι η Σερβία διέθετε πλέον τις 4 από τις 8 ψήφους στην Ομοσπονδία, καθώς και το Μαυροβούνιο διέθετε φιλοσερβική κυβέρνηση. Ήταν η πρώτη φορά μετά το 1918 που στη σερβική αντίληψη επανήλθε η σερβική ιδέα αντί της γιουγκοσλαβικής.
Το 1989 είχαν δημιουργηθεί οι συνθήκες, εσωτερικά και εξωτερικά, για τη διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας. Η επίσημη λήξη του Ψυχρού Πολέμου στη Σύνοδο της Μάλτας στις 3 Δεκεμβρίου 1989, η πτώση του Τείχους του Βερολίνου, η γενικότερη παρακμή της Σοβιετικής Ένωσης και η σταδιακή φιλελευθεροποίηση των καθεστώτων των ανατολικών κρατών άμβλυναν τη διεθνή σημασία της Γιουγκοσλαβίας. Τα παραπάνω συνέβαλαν ώστε η Δύση να μην αντιληφθεί το τι επρόκειτο να ακολουθήσει, με αποτέλεσμα να παραμένει αποστασιοποιημένη. Η διατήρηση μιας ενωμένης Γιουγκοσλαβίας ήταν αδιαπραγμάτευτη κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, αλλά τα δεδομένα είχαν πλέον μεταβληθεί. Για τους Αμερικανούς πρεσβευτές ο Μιλόσεβιτς έμοιαζε αρχικά ως εκσυγχρονιστής παρά την εθνικιστική ρητορική που προωθούσε. Στο εσωτερικό η σερβική ηγεσία, επιθυμώντας να εξασφαλίσει το μέλλον της Γιουγκοσλαβίας, ζήτησε τη διεξαγωγή έκτακτου συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας δίχως, όμως, να ληφθεί κάποια ουσιαστική απόφαση.
Το 1990 διεξήχθησαν για πρώτη φορά ελεύθερες εκλογές στις ομόσπονδες δημοκρατίες και το αποτέλεσμα ήταν να μην εκλεγούν κομμουνιστικές κυβερνήσεις. Στην Κροατία το συντηρητικό κόμμα «Κροατική Δημοκρατική Ένωση» υπό τον Φράνιο Τούτζμαν επικράτησε με 41,9% στις εκλογές του Μαΐου του 1990, ενώ παράλληλα το ακροδεξιό κόμμα «Δημοκρατική Αντιπολίτευση της Σλοβενίας» κέρδισε στη Σλοβενία τις εκλογές με 54% το ίδιο έτος. Τα εκλογικά αποτελέσματα στις δύο ομόσπονδες δημοκρατίες έδειξαν ότι οι λαοί ήταν έτοιμοι για πολιτικές αλλαγές. Στη μετά Τίτο εποχή ο Γιουγκοσλαβικός Λαϊκός Στρατός ήταν το μόνο όργανο που διασφάλιζε την ενότητα της Γιουγκοσλαβίας. Ωστόσο κατά την εποχή εκείνη μια ωμή στρατιωτική παρέμβαση θα προκαλούσε τη διεθνή κατακραυγή.
Οι ηγέτες των Σέρβων, των Κροατών και των Σλοβένων δεν έδειχναν διατεθειμένοι να υποχωρήσουν από τις εθνικές τους επιδιώξεις, με αποτέλεσμα η κατάσταση να εξωθείται ολοένα προς τη βία. Σλοβένοι και Κροάτες τάχθηκαν υπέρ μιας χαλαρής ένωσης κυρίαρχων κρατών στα υπαρκτά σύνορα. Όμως η Σερβία δεν μπορούσε να κάνει δεκτή την ανωτέρω πρόταση, καθώς οι σερβικοί πληθυσμοί στα άλλα ομόσπονδα κράτη θα εξέπιπταν από ισότιμο έθνος σε μειονότητες. Σύμφωνα με το σύνταγμα του 1974, οι Σέρβοι της Κροατίας αποτελούσαν συστατικό στοιχείο του κράτους και όχι εθνική μειονότητα. Επομένως η Σερβία έθεσε ως βασική προϋπόθεση τη ρύθμιση του καθεστώτος των Σέρβων της Κροατίας στην Κράινα και τη Σλαβονία πριν την ανεξαρτητοποίησή της. Για τον Μιλόσεβιτς ο πόλεμος ήταν δεδομένος, εάν η Κροατία κήρυττε την ανεξαρτησία της πριν τη ρύθμιση του καθεστώτος των Σέρβων. Το γεγονός ότι η Κροατία ήδη από το 1990 είχε αρχίσει να προμηθεύεται όπλα από την Ουγγαρία δείχνει ότι αντιλαμβανόταν την τροπή που λάμβαναν τα γεγονότα και προετοιμαζόταν για την αναπόφευκτη σύγκρουση, ενώ αναζωπυρώθηκε ο κροατικός εθνικισμός, επανεμφανίστηκαν τα σύμβολα των Ουστάσε και του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και Σέρβοι της Κροατίας απομακρύνθηκαν από δημόσιες θέσεις. Οι ανωτέρω εξελίξεις θορύβησαν τους Σέρβους, οι οποίοι ανέρχονταν σε 600.000, αποτελώντας περίπου το 12% του πληθυσμού της Κροατίας.
Τον Οκτώβριο του 1990 η σλοβενική και η κροατική κυβέρνηση απέστειλαν στον Γιουγκοσλάβο Πρόεδρο επίσημη πρόταση αναδιάρθρωσης της Γιουγκοσλαβίας υπό τη μορφή συνομοσπονδίας. Οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 1991, αλλά καμία πλευρά δεν ήταν πρόθυμη να υποχωρήσει. Οι Σέρβοι αρνούνταν να χάσουν αμαχητί όσα είχαν κερδίσει στους Βαλκανικούς Πολέμους και στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δηλαδή τη σημερινή Βόρεια Μακεδονία, τη Βοσνία - Ερζεγοβίνη, τη Βοϊβοδίνα και το Κόσοβο, καθώς επίσης και να εγκαταλείψουν τους Σέρβους που κατοικούσαν στις άλλες Δημοκρατίες. Ωστόσο η Σλοβενία του Μίλαν Κούτσαν και η Κροατία του Φράνιο Τούτζμαν ήταν αποφασισμένες να ανεξαρτητοποιηθούν. Στην αποσύνθεση της Γιουγκοσλαβίας συνέβαλε η κατάρρευση του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας και η απαξίωση του θεσμού της Ομοσπονδιακής Προεδρίας. Η διενέργεια δημοψηφισμάτων στη Σλοβενία τον Δεκέμβριο του 1990 και στην Κροατία τον Μάιο του επόμενου έτους υπέρ της ανεξαρτησίας με ποσοστό 94,8% και 94,7% αντίστοιχα κατέδειξαν την επιθυμία Σλοβένων και Κροατών και προδίκασε τις εξελίξεις. Στις 25 Ιουνίου 1991 οι δύο χώρες διακήρυξαν την ανεξαρτησία τους. Οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα φοβούνταν τη βιασύνη των γιουγκοσλαβικών δημοκρατιών να αποσχιστούν, επειδή πίστευαν ότι η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας ενδεχομένως να οδηγούσε σε συγκρούσεις στα Βαλκάνια και την Ευρώπη. Τις ημέρες του Ιουνίου πριν από τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας της Σλοβενίας και της Κροατίας ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζέιμς Μπέικερ επισκέφθηκε το Βελιγράδι και υποστήριξε ότι ούτε οι ΗΠΑ ούτε η Δυτική Ευρώπη είχαν πρόθεση να αναγνωρίσουν μονομερείς αποσχιστικές αποφάσεις. Την περίοδο εκείνη ο Πόλεμος του Κόλπου (1990-1991) είχε στρέψει την προσοχή των Αμερικανών στη Μέση Ανατολή, ούτως ώστε να μη δίνουν την απαραίτητη σημασία στις γιουγκοσλαβικές εξελίξεις.
Οι μονομερείς διακηρύξεις ανεξαρτησίας οδήγησαν σε πόλεμο μεταξύ των νέων κρατών και της Γιουγκοσλαβίας. Στις 27 Ιουνίου 1991 ξέσπασε πόλεμος μεταξύ μελών του Γιουγκοσλαβικού Λαϊκού Στρατού και Σλοβένων με επικεφαλής τον Γιάνεζ Γιάνσα. Ωστόσο, μετά από διεθνή διαμεσολάβηση και λόγω των πολλών λιποταξιών από τον γιουγκοσλαβικό στρατό, επιτεύχθηκε εκεχειρία στις 7 Ιουλίου 1991 μέσω της Συμφωνίας Μπριόνι, η οποία τερμάτιζε τις πολεμικές επιχειρήσεις, ανέστειλε κάθε επιρροή στη Σλοβενία και προέβλεπε την προστασία των δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Αν και η ανεξαρτησία της Σλοβενίας δεν αναγνωρίστηκε, η συμφωνία αυτή ουσιαστικά σηματοδοτεί την ανεπίσημη έναρξη της ανεξαρτησίας της χώρας. Ο πόλεμος στη Σλοβενία δεν έλαβε σημαντικές διαστάσεις λόγω του ομοιογενούς σλοβενικού πληθυσμού της χώρας και της απουσίας σημαντικής σερβικής μειονότητας. Το γεγονός ότι στον πόλεμο της Σλοβενίας υπήρξαν μόλις 57 νεκροί στρατιώτες από τις δύο πλευρές καταδεικνύει την απροθυμία των δύο πλευρών να εμπλακούν σε έναν καταστροφικό πόλεμο.
Αντίθετα η κατάσταση στην Κροατία ήταν πιο περίπλοκη. Ήδη από τον Αύγουστο του 1990 άρχισαν να δημιουργούνται στην Κροατία Σερβικές Αυτόνομες Περιφέρειες. Οι Σέρβοι αποτελούσαν πλειοψηφία σε 11 δήμους της Κράινα, που συνόρευε με τη Βοσνία - Ερζεγοβίνη, και σημαντική μειονότητα, περίπου 40%, σε 14 δήμους στην Ανατολική και Δυτική Σλαβονία. Οι Σέρβοι επιθυμούσαν αυτονομία εντός της Κροατίας και την ένωση με τη Γιουγκοσλαβία σε περίπτωση που η Κροατία αποσχιζόταν. Η αδιέξοδη κατάσταση των Σέρβων της Κροατίας οδήγησε στη σύσταση ενός Σερβικού Εθνικού Συμβουλίου εντός της Κροατίας από το 1990, ενώ στις 21 Δεκεμβρίου 1990 δημιουργήθηκε στο Κνιν η Σερβική Αυτόνομη Περιφέρεια της Κράινα. Σύμφωνα με το καταστατικό που εγκρίθηκε, η Σερβική Αυτόνομη Περιφέρεια της Κράινα ήταν εδαφικά αυτόνομη εντός της Κροατίας στο πλαίσιο της ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας. Η Κροατική Συνέλευση ενέκρινε το, όπως ονομάστηκε, "Χριστουγεννιάτικο Σύνταγμα" την παραμονή των Χριστουγέννων του 1990, το οποίο υποβίβαζε τους Σέρβους από συνταγματικό έθνος σε εθνική μειονότητα, αν και σύμφωνα με το σύνταγμα του 1974 οι Σέρβοι θεωρούνταν συστατικό έθνος της Κροατίας. Τρεις ημέρες πριν από το κροατικό δημοψήφισμα για μια κυρίαρχη και ανεξάρτητη Κροατία, στις 16 Μαΐου 1991, οι Σέρβοι στην Κράινα οργάνωσαν δημοψήφισμα, στο οποίο δήλωσαν ότι η Σερβική Αυτόνομη Περιφέρεια της Κράινα έπρεπε να ενωθεί με τη Σερβία, το Μαυροβούνιο και άλλους που επιθυμούσαν να παραμείνουν στη Γιουγκοσλαβία. Ήδη από το 1990 το Βελιγράδι εξόπλιζε τους Σέρβους της Κροατίας, με αποτέλεσμα να ξεκινήσουν συγκρούσεις μεταξύ των δύο πλευρών δίχως την επίσημη εμπλοκή του Βελιγραδίου ή του Ομοσπονδιακού Γιουγκοσλαβικού Στρατού. Την 25η Ιουνίου 1991, ημέρα διακήρυξης της κροατικής ανεξαρτησίας, δημιουργήθηκε η Σερβική Αυτόνομη Περιφέρεια Ανατολικής Σλαβονίας, Μπαράνια και Δυτικού Σρεμ, ενώ στις 12 Αυγούστου 1991 δημιουργήθηκε η Σερβική Αυτόνομη Περιφέρεια Δυτικής Σλαβονίας.
Οι νέες συνθήκες κορύφωσαν την ένταση, με αποτέλεσμα η πολεμική λύση να θεωρηθεί μονόδρομος. Ο πόλεμος της Κροατίας ξέσπασε τον Μάρτιο του 1991 και διήρκεσε μέχρι το φθινόπωρο του 1995. Μπορεί να χωριστεί σε τρεις ως προς τις πολεμικές επιχειρήσεις. Κατά την πρώτη φάση διεξήχθησαν συγκρούσεις της σερβικής πολιτοφυλακής στην Κροατία με την κροατική κυβέρνηση για τον έλεγχο των σερβικών περιοχών. Στόχος της κροατικής κυβέρνησης ήταν να ανακτήσει τον έλεγχο των σερβοκρατούμενων περιοχών και να αφοπλίσει τον πληθυσμό τους. Μέσα σε λίγους μήνες οι Σέρβοι είχαν καταφέρει ουσιαστικά να ελέγχουν το 1/3 της κροατικής επικράτειας εκτοπίζοντας τους Κροάτες κατοίκους από τις οικίες τους και σκοτώνοντας χιλιάδες εξ αυτών, ενώ και οι Σέρβοι της υπόλοιπης Κροατίας αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις οικίες τους. Μάλιστα οι Σέρβοι είχαν οργανώσει τη δική τους αστυνομία και κατάφεραν να επεκτείνουν την κυριαρχία τους επί κροατικού εδάφους σε περιοχές δίχως σημαντική σερβική παρουσία για στρατιωτικούς λόγους. Το τέλος της πρώτης φάσης τοποθετείται στον Σεπτέμβριο του 1991.
Η δεύτερη φάση του πολέμου τοποθετείται μεταξύ του Σεπτεμβρίου του 1991 και του Ιανουαρίου του 1992, κατά την οποία σημειώθηκαν συγκρούσεις μεταξύ της σερβικής πολιτοφυλακής στην Κροατία με τη βοήθεια σερβικών παραστρατιωτικών οργανώσεων έναντι της κροατικής κυβέρνησης και των αντίστοιχων κροατικών παραστρατιωτικών δυνάμεων. Ουσιαστικά πρόκειται για μια δυναμικότερη εμπλοκή και στήριξη του γιουγκοσλαβικού στρατού προς τους Σέρβους της Κροατίας. Παράλληλα από τον Σεπτέμβριο του 1991 η Ευρωπαϊκή Κοινότητα ανέλαβε να μεσολαβήσει μέσω της διοργάνωσης ενός Συνεδρίου Ειρήνης στη Χάγη. Ωστόσο η πρόταση του Βρετανού λόρδου Carrington, τον Οκτώβριο του 1991, για μετατροπή της Γιουγκοσλαβίας σε μια κοινότητα κυρίαρχων κρατών που θα συνεργάζονταν οικονομικά και εμπορικά, καθώς και σε θέματα ασφάλειας, αν και ήταν γενικά αποδεκτή, απορρίφθηκε από τη Σερβία, καθώς επιθυμούσε τη μεταβολή των συνόρων, ώστε να συμπεριλάβει όλους τους Σέρβους εντός του σερβικού κράτους. Το διαφαινόμενο αδιέξοδο και τα αιματηρά επεισόδια οδήγησαν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα στο να επιβάλει από τον Νοέμβριο του 1991 οικονομικές κυρώσεις στις περιοχές της Γιουγκοσλαβίας που τελούσαν υπό σερβική διοίκηση. Την κατάσταση επιβάρυνε η απώλεια πολλών αθώων πολιτών κατά τις πολιορκίες στο Βούκοβαρ και το Ντουμπρόβνικ. Η εμπλοκή του γιουγκοσλαβικού στρατού στον πόλεμο μετά τον Σεπτέμβριο του 1991 επέτρεψε στην κροατική κυβέρνηση να ακολουθήσει τη σλοβενική πολιτική. Κατά τον πόλεμο της Σλοβενίας οι Σλοβένοι δημοσίευσαν υλικό στο εσωτερικό και διεθνώς από τις ενέργειες του στρατού, προσπαθώντας να ευαισθητοποιήσουν τα σλοβενικά εθνικά αισθήματα και τη διεθνή κοινή γνώμη. Η δημοσιοποίηση των πράξεων του στρατού αθώωνε στη διεθνή κοινή γνώμη τον κροατικό στρατό από οποιαδήποτε ενέργεια, αν και η σερβική κυβέρνηση και η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία προσπαθούσαν να παρουσιάσουν αποδείξεις για τις καταστροφές σε βάρος των σερβικών μνημείων, των εκκλησιών, των χωριών και των Σέρβων κατοίκων. Κατά τη δεύτερη φάση του πολέμου περισσότεροι από 10.000 Κροάτες έχασαν τη ζωή τους και τραυματίστηκαν, ενώ Σέρβοι και άλλες μειονότητες υπέστησαν διώξεις από τις περιοχές που ήλεγχαν οι Κροάτες.
Μετά τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας της Κροατίας και της Σλοβενίας και το ξέσπασμα του πολέμου το 1991, η Γερμανία έγινε ο κύριος υποστηρικτής της αναγνώρισης της ανεξαρτησίας τους στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Το κύριο επιχείρημα της Γερμανίας στο σχετικό ζήτημα ήταν ότι η αναγνώριση των νέων κρατών θα τερμάτιζε τον πόλεμο στην Κροατία. Ωστόσο τα αποτελέσματα ήταν αντίθετα, καθώς, όταν ανακοινώθηκε ότι η Γερμανία θα αναγνωρίσει μονομερώς τη Σλοβενία και την Κροατία, ξέσπασαν εκ νέου μάχες στην Κροατία. Παρά την αντίθετη στάση των ΗΠΑ και των Ηνωμένων Εθνών, η Γερμανία συμμετείχε ενεργά στην προσπάθεια. Τελικά τα κράτη - μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας κατέληξαν σε συναίνεση για την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Κροατίας και της Σλοβενίας στις 15 Ιανουαρίου 1992. Σχετικά με την αναγνώριση της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας, υπό την επιρροή της Ελλάδας, η Γερμανία συμφώνησε να μην την αναγνωρίσει, υπό τον όρο ότι η Ελλάδα θα αναγνωρίσει την Κροατία. Ωστόσο τον Απρίλιο του 1993 τα Ηνωμένα Έθνη αναγνώρισαν την κρατική ανεξαρτησία της Βόρειας Μακεδονίας με το συμβιβαστικό όνομα πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (FYROM).
Στα τέλη του 1991 και τις αρχές του 1992 Σέρβοι και Κροάτες ήταν έτοιμοι να διαπραγματευτούν για τους όρους της εκεχειρίας. Ήδη από τον Δεκέμβριο του 1991 εκπονήθηκε ειρηνευτικό σχέδιο από τον ΟΗΕ, το οποίο προέβλεπε την εμπλοκή κυανόκρανων στο κροατικό έδαφος. Παράλληλα προβλεπόταν μια ειρηνευτική αποστολή του ΟΗΕ στη Γιουγκοσλαβία με προσωρινή εντολή τουλάχιστον έξι μηνών, προκειμένου να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για ειρήνη και ασφάλεια, ώστε να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις για μια συνολική λύση. Στις 21 Φεβρουαρίου 1992 το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ υιοθέτησε απόφαση που ενέκρινε τον σχηματισμό δυνάμεων υπό το όνομα United Nations Protection Force (UNPROFO) και την ανάπτυξή τους στην Ανατολική Σλαβονία, τη Δυτική Σλαβονία και την Κράινα. Οι περιοχές αυτές ονομάστηκαν United Nation Protected Areas (UNPAs). Επίσης προβλεπόταν η αποχώρηση του γιουγκοσλαβικού στρατού από τα κροατικά εδάφη. Σκοπός της UNPROFO ήταν ο αφοπλισμός των UNPAs, η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η διευκόλυνση της επιστροφής των εκτοπισμένων. Ωστόσο ο αφοπλισμός των Σέρβων της Κροατίας δεν επετεύχθη. Στις περιοχές αυτές ο πληθυσμός είχε εγγυημένη προστασία από επιθέσεις, ενώ στις 19 Δεκεμβρίου 1991 οι τρεις Σερβικές Αυτόνομες Περιφέρειες ενώθηκαν στη Σερβική Δημοκρατία της Κράινα που την επομένη αναγνωρίστηκε από τη Σερβία. Το αναγνωρισμένο κροατικό κράτος δεν μπορούσε να ελέγξει περίπου το 30% της επικράτειάς του, στο οποίο ανακηρύχτηκε η Σερβική Δημοκρατία της Κράινα. Κατά τις δύο πρώτες φάσεις του πολέμου στην Κροατία πραγματοποιήθηκαν εθνοκαθάρσεις Σέρβων από τις περιοχές που ελέγχονταν από τους Κροάτες, ενώ υπάρχουν πληροφορίες για προσηλυτισμό Σερβόπουλων στον καθολικισμό. Ταυτόχρονα εθνοκάθαρση πραγματοποιήθηκε σε βάρος των Κροατών στη Δημοκρατία της Σερβικής Κράινα. Πολλές ήταν οι περιπτώσεις οικειοθελούς αποχώρησης πληθυσμών από τις εστίες τους υπό τον φόβο, όμως, του εκτοπισμού ή και της φυσικής εξόντωσης της μιας πλευράς από την άλλη. Συνολικά υπολογίζεται ότι κατά τη δεύτερη φάση του πολέμου προσφυγοποιήθηκαν περίπου 100.000 άνθρωποι. Από την άνοιξη του 1992 έως την άνοιξη του 1995 οι πολεμικές επιχειρήσεις στο κροατικό έδαφος ήταν πολύ περιορισμένες. Η Σερβική Δημοκρατία της Κράινα παρέμεινε υπό την προστασία των UNPROFO, καθώς το ξέσπασμα του πολέμου στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη δεν επέτρεψε τη διεξαγωγή νέων διαπραγματεύσεων έως το 1994.
Η προϊούσα αποσύνθεση της Γιουγκοσλαβίας προκάλεσε σημαντικές εξελίξεις και στη Βοσνία - Ερζεγοβίνη, όπου η κατάσταση ήταν δυσκολότερη σε σχέση με την Κροατία και τη Σλοβενία. Οι κάτοικοι της Βοσνίας δεν αποτελούσαν ιστορικά ένα ξεχωριστό έθνος, αλλά ουσιαστικά προσδιορίζονταν με βάση το θρήσκευμα. Συνεπώς οι Καθολικοί χαρακτηρίζονταν ως Κροάτες, οι Ορθόδοξοι ως Σέρβοι και οι Μουσουλμάνοι ως Βόσνιοι. Μόλις στην απογραφή του 1971 δόθηκε για πρώτη φορά η δυνατότητα καταγραφής στους Βόσνιους Μουσουλμάνους ως μια ξεχωριστή εθνότητα, ενισχύοντας τις μεταξύ τους διακρίσεις. Η συμμετοχή τριών εθνοτικών ομάδων στον πόλεμο της Βοσνίας αποτελεί μια επιπλέον αιτία των τραγικών συνεπειών του πολέμου και της πολυπλοκότητας της κατάστασης.
Η περιοχή της Βοσνίας είχε κεντρική θέση στη σερβική Μεγάλη Ιδέα του 19ου αιώνα, ενώ μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού της ήταν Σέρβοι και επομένως από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 σημειώθηκε προσπάθεια τόνωσης του σερβικού στοιχείου. Ήδη από το 1989 η σερβική μυστική αστυνομία εργαζόταν στη Βοσνία μετά τις επιτυχίες του Μιλόσεβιτς στο Κόσοβο, τη Βοϊβοδίνα και το Μαυροβούνιο, ενώ ο Γιουγκοσλαβικός Λαϊκός Στρατός στη Βοσνία συνεργαζόταν και εξόπλιζε τους ντόπιους Σέρβους. Ωστόσο στις εκλογές του Δεκεμβρίου του 1990 το Κόμμα Δημοκρατικής Δράσης που ιδρύθηκε από τον Βόσνιο Αλία Ιζετμπέγκοβιτς επικράτησε στις εκλογές με ποσοστό 35,83%. Σύμφωνα με την απογραφή του 1991 οι Βόσνιοι αποτελούσαν το 43% του πληθυσμού, οι Σέρβοι το 31% και οι Κροάτες το 17%. Το κόμμα της κάθε εθνότητας έλαβε περίπου το αντίστοιχο ποσοστό του πληθυσμού που κατοικούσε στη χώρα. Οι πρώτες διακοινοτικές συγκρούσεις ξεκίνησαν άμεσα μετά τις εκλογές, ενώ το ξέσπασμα του πολέμου της Κροατίας αποτέλεσε καταστροφική εξέλιξη για τη Βοσνία - Ερζεγοβίνη, καθώς είχε ουσιαστικά δύο επιλογές, την εμπλοκή στις συγκρούσεις ή την παραμονή σε μια περισσότερο -μετά και την απόσχιση της Κροατίας- σερβοκρατούμενη Γιουγκοσλαβία. Οι Σέρβοι της Βοσνίας υπό τον Ράντοβαν Κάρατζιτς, διαφωνώντας με την πρόθεση του Κοινοβουλίου να κηρύξει τον Οκτώβριο του 1991 την ανεξαρτησία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, δημιούργησαν τη Συνέλευση του Σερβικού Λαού στη Βοσνία - Ερζεγοβίνη με έδρα τη Μπάνια Λούκα, ενώ οι εξελίξεις στις αρχές του επόμενου έτους όξυναν ανεπανόρθωτα την κατάσταση. Στις 15 Φεβρουαρίου 1992 η Συνέλευση ενέκρινε το σχέδιο συντάγματος, στο οποίο η Δημοκρατία του Σερβικού Λαού στη Βοσνία - Ερζεγοβίνη ορίστηκε ως Δημοκρατία εντός της Γιουγκοσλαβίας. Παράλληλα στις 29 Φεβρουαρίου και 1 Μαρτίου 1992 πραγματοποιήθηκε δημοψήφισμα στη Βοσνία σχετικά με την ανεξαρτητοποίηση της χώρας, από το οποίο οι Σέρβοι απείχαν. Το αποτέλεσμα ήταν συντριπτικά υπέρ της ανεξαρτησίας και στις 3 Μαρτίου 1992 κηρύχθηκε η ανεξαρτησία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, η οποία δεν έγινε αποδεκτή από τους Σέρβους, με αποτέλεσμα εντός ολίγων ημερών να ξεκινήσουν οι συγκρούσεις. Στις 20 Ιουνίου 1992 η βοσνιακή κυβέρνηση δήλωσε και επίσημα ότι βρισκόταν σε πόλεμο με τους Σέρβους και τον Γιουγκοσλαβικό Λαϊκό Στρατό.
Ήδη από τον Φεβρουάριο του 1992 και πριν ακόμα την επίσημη έναρξη των εχθροπραξιών διοργανώθηκε ειδική Συνδιάσκεψη για τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη υπό την προεδρία του λόρδου Κάρριγκτον και υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Οι Ευρωπαίοι διαμεσολαβητές με επικεφαλής τον Πορτογάλο πρέσβη Χοσέ Κουτιγέιρο παρουσίασαν ένα σχέδιο που προέβλεπε τη δημιουργία περιφερειών, πρωτίστως με βάση εθνοτικά κριτήρια, στη Βοσνία - Ερζεγοβίνη, η οποία θα αποκτούσε την ανεξαρτησία της μόνο αφού θα είχαν σχηματιστεί αυτές οι περιφέρειες στην επικράτειά της. Το σερβοβοσνιακό κόμμα αποδέχτηκε εξαρχής το σχέδιο. Ωστόσο το κροατοβοσνιακό κόμμα HDZ καθώς και το μουσουλμανικό το απέρριψαν ισχυριζόμενα ότι δεν επιθυμούσαν με κανένα τρόπο τη διαίρεση έστω και de facto του ενιαίου κράτους της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και την αποδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας με τη μεταφορά πολλών αποφασιστικών αρμοδιοτήτων στις περιφέρειες.
Η αποτυχία της διεθνούς κοινότητας να επιλύσει το ζήτημα οδήγησε στον de facto διαχωρισμό της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης σε τρεις περιοχές: τη μουσουλμανική, τη σερβική και την κροατική. Ο ηγέτης των Σέρβων της Βοσνίας Ράντοβαν Κάρατζιτς ακολούθησε παρόμοια τακτική με τους Σέρβους της Κροατίας, δημιουργώντας αυτόνομες περιοχές και εξοπλίζοντας τους σερβικούς πληθυσμούς. Οι Σέρβοι της Βοσνίας κατείχαν την ανατολική Ερζεγοβίνη, τη βορειοανατολική Βοσνία και τη βοσνιακή Κράινα. Στις 7 Απριλίου 1992 η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και οι ΗΠΑ αναγνώρισαν την ανεξαρτησία της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης, ενώ τον Ιούλιο του 1992 οι αυτόνομες σερβικές περιοχές κήρυξαν την απόσχισή τους και την ένωση με τη Γιουγκοσλαβία. Η αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης από τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα λειτούργησαν εμπρηστικά προς τις εκδηλώσεις βίας, με αποτέλεσμα το ξέσπασμα ενός νέου πολέμου που διήρκεσε 3,5 έτη και απέβη κατά πολύ αγριότερος από τον πόλεμο της Κροατίας.
Κατά την πρώτη φάση του πολέμου, τα έτη 1992 και 1993, ο πόλεμος διεξαγόταν κυρίως μεταξύ των Σέρβων της Βοσνίας και του συνασπισμού Κροατών και Μουσουλμάνων Βοσνίων. Η διάλυση της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας στις 27 Απριλίου 1992 και η μετατροπή της στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, η οποία αποτελούνταν μόνο από τη Σερβία και το Μαυροβούνιο, δεν έδινε τη δικαιοδοσία στο νέο κράτος να διαθέτει στρατεύματα στη Βοσνία - Ερζεγοβίνη, καθώς θα θεωρούνταν κατοχικά. Οι 80.000 στρατιώτες του πρώην γιουγκοσλαβικού στρατού ενσωματώθηκαν στις σερβοβοσνιακές δυνάμεις υπό τον στρατηγό Ράτκο Μλάντιτς, αλλά κρυφά αμείβονταν, εφοδιάζονταν και εξοπλίζονταν από τον Μιλόσεβιτς. Ο σερβικός στρατός της Βοσνίας πραγματοποίησε άμεσα σημαντικές επιτυχίες, ιδιαίτερα σε βάρος των λιγότερο οπλισμένων Βοσνίων Μουσουλμάνων. Έως τα τέλη του 1992 οι Σέρβοι της Βοσνίας επέτυχαν τον αρχικό τους στόχο, τον συνεχή δηλαδή εδαφικό έλεγχο των περιοχών από την κροατική Κράινα έως και τη Σερβία μέσω των βοσνιακών εδαφών. Ωστόσο έως τα τέλη Μαΐου 1992 οι Βόσνιοι Μουσουλμάνοι με τη βοήθεια της κροατικής κυβέρνησης εκδίωξαν τις σερβικές δυνάμεις από την κεντρική Βοσνία και ανέκτησαν τον έλεγχο στην κεντρική και ανατολική Βοσνία. Παράλληλα οι Κροάτες της Βοσνίας με τη βοήθεια του κροατικού στρατού κατάφεραν έως τον Ιούλιο του 1992 να εκδιώξουν τους Σέρβους από τη Δυτική Ερζεγοβίνη, όπου είχαν σχηματίσει την ανεξάρτητη Herceg-Bosna. Η διαμόρφωση των ισορροπιών από τα τέλη του 1992 θα παραμείνει σταθερή δίχως ουσιαστικές αλλαγές έως και τον Αύγουστο του 1995.[25] Το 1994 οι Σέρβοι έφθασαν στο απόγειο των επιτυχιών τους, κατέχοντας το 70% των εδαφών της Βοσνίας, ενώ αρχικά ήλεγχαν λιγότερο από το 50%.
Οι ωμότητες κατά τη διάρκεια του πολέμου έλαβαν μεγάλη έκταση. Στόχος των εθνοκαθάρσεων ήταν η δημιουργία εθνικά ομοιογενών περιοχών πριν την επίτευξη της ειρήνης. Στο πλαίσιο αυτό, εκτός της φυσικής εξόντωσης ή της προσφυγοποίησης εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, στο στόχαστρο βρισκόταν και η πολιτιστική κληρονομιά των υπό διωγμό εθνοτήτων, ώστε να τους αποτρέψουν από μια ενδεχόμενη επιστροφή. Σημαντικό ρόλο στο φανατισμό των απλών ανθρώπων διαδραμάτισαν και οι εθνικοί ηγέτες. Κάθε πλευρά δαιμονοποιούσε την άλλη. Οι Κροάτες παρουσιάζονταν ως Ουστάσε, οι Σέρβοι ως Τσέτνικς και οι Βόσνιοι ως Μουσουλμάνοι φονταμενταλιστές. Ταυτόχρονα οι τηλεοράσεις μετέδιδαν φριχτές ιστορίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ ηρωοποιούσαν τους σύγχρονους πολεμιστές. Οι περισσότεροι που διέπρατταν τις θηριωδίες ήταν αμόρφωτοι και φτωχοί νέοι, ενώ δεν υπήρχε στρατιωτική πειθαρχία και κώδικας τιμής ή επαγγελματισμού.
Λόγω των γενικευμένων περιστατικών παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της διεθνούς κατακραυγής, η Βρετανία ως προεδρεύουσα χώρα στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας αναγκάστηκε να συγκαλέσει συνδιάσκεψη όλων των πλευρών στις 26 και 27 Αυγούστου 1992. Ο Cyrus Vance, εκπροσωπώντας τα Ηνωμένα Έθνη, και ο λόρδος David Owen, εκπροσωπώντας την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ανέλαβαν τις διαπραγματεύσεις. Το τελικό τους σχέδιο, που ανακοινώθηκε τον Ιανουάριο του 1993, πρότεινε τη διαίρεση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης σε δέκα ημιαυτόνομες περιοχές, ενώ το Σαράγιεβο θα ήταν μικτή πόλη. Ο διορατικός Αλία Ιζετμπέγκοβιτς, αν και διαφωνούσε με το σχέδιο, το υπέγραψε, θεωρώντας ότι οι Σερβοβόσνιοι θα το απέρριπταν και θα ανελάμβαναν το βάρος της αποτυχίας των διαπραγματεύσεων. Ο πιο επικοινωνιακός, συγκριτικά με τον Ράντοβαν Κάρατζιτς, Μιλόσεβιτς θεωρούσε αποδεκτό το σχέδιο, αλλά απέτυχε να πείσει τον Σερβοβόσνιο ηγέτη, οδηγώντας τη νέα διπλωματική προσπάθεια σε αποτυχία.
Κατά τα έτη 1993 και 1994 σημειώθηκαν ενδομουσουλμανικές συγκρούσεις και συγκρούσεις μεταξύ Κροατών της Βοσνίας και Βοσνίων Μουσουλμάνων. Χαρακτηριστική είναι η πολιορκία του Μόσταρ, πρωτεύουσας της Ερζεγοβίνης, από τους Κροάτες της Βοσνίας τον Μάιο του 1993. Οι συγκρούσεις Βόσνιων και Κροατών συνεχίστηκαν έως τον Φεβρουάριο του 1994, όταν και επήλθε συνεννόηση κατόπιν αμερικανικής διαμεσολάβησης. Παράλληλα από το καλοκαίρι του 1993 είχαν σταματήσει οι επιθέσεις των Σερβοβόσνιων κατόπιν συμφωνίας που προέβλεπε ότι ειρηνευτικά στρατεύματα του ΟΗΕ θα εισέρχονταν και θα αποστρατιωτικοποιούσαν μουσουλμανικές περιοχές που βρίσκονταν υπό σερβική επίθεση. Τέλος από τον Οκτώβριο του 1993 δημιουργήθηκε ένα νέο μέτωπο στο Μπίχατς, όπου ο τοπικός ηγέτης Φικρέτ Άμπντιτς ανακήρυξε την Αυτόνομη Δημοκρατία της Δυτικής Βοσνίας και ανεξαρτητοποιήθηκε από την κυβέρνηση του Ιζετμπέγκοβιτς. Ο Άμπντιτς παρέμεινε στην εξουσία έως τον Αύγουστο του 1995 λαμβάνοντας σερβική στήριξη.
Η τρίτη και τελευταία φάση του πολέμου της Βοσνίας ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1994. Με τη Συμφωνία της Ουάσιγκτον την 1η Μαρτίου 1994 Κροάτες και Βόσνιοι συμφώνησαν στην παύση των μεταξύ τους πολεμικών επιχειρήσεων και στη δημιουργία μιας Ομοσπονδίας. Ήδη από τις αρχές του έτους η Κροατία αποτέλεσε διάδρομο πολεμικού υλικού προς τη Βοσνία και Μουσουλμάνων από ισλαμικές χώρες, οι οποίοι επιθυμούσαν να πολεμήσουν στη Βοσνία. Η Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν, το Ιράν και η Τουρκία στήριζαν οικονομικά και στρατιωτικά τους Βόσνιους Μουσουλμάνους. Η Συμφωνία τερμάτισε τον πόλεμο Κροατών και Βοσνίων, στρέφοντας αμφοτέρους έναντι των Σέρβων. Πλέον οι ισορροπίες μεταξύ των δύο πλευρών άρχισαν να αντιστρέφονται.
Οι νέες ισορροπίες δημιούργησαν τις συνθήκες για μια τελευταία προσπάθεια διπλωματικής επίλυσης της κατάστασης τον Μάιο του 1994. Η Ομάδα Επαφής, αποτελούμενη από εκπροσώπους της Μεγάλης Βρετανίας, των ΗΠΑ, της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ρωσίας, πρότειναν τη λύση 51:49, κατά την οποία το 51% της έκτασης της Βοσνίας θα περιερχόταν στη μουσουλμανοκροατική ομοσπονδία, ενώ το 49% στους Σέρβους της Βοσνίας. Αν και ο Μιλόσεβιτς ήταν υπέρ της αποδοχής της πρότασης, η Σερβοβοσνιακή ηγεσία την απέρριψε τον Αύγουστο του 1994, εξοργίζοντας τον Σέρβο ηγέτη. Το σημείο αυτό αποτέλεσε το σημείο καμπής του πολέμου στη Βοσνία, καθώς στη συνέχεια ο Μιλόσεβιτς αναγκάστηκε να αναστείλει τη στήριξη που παρείχε στους Σερβοβόσνιους, υπό το βάρος των κυρώσεων που υφίστατο η Γιουγκοσλαβία αλλά και λόγω της ρήξης μεταξύ των Σέρβων ηγετών. Παράλληλα, η κροατοβοσνιακή συνεννόηση συνέβαλε στην επανάληψη των στρατιωτικών συγκρούσεων στην Κροατία.
Η τρίτη φάση του πολέμου καλύπτει το διάστημα από τον Μάιο έως τον Αύγουστο του 1995. Οι πόλεμοι στην Κροατία και τη Βοσνία αποτελούσαν συγκοινωνούντα δοχεία. Η επιτευχθείσα συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ ΗΠΑ και Κροατίας τον Νοέμβριο του 1994, η οποία περιελάμβανε στρατιωτική εκπαίδευση και παροχή εξοπλισμών, επέτρεψε στην Κροατία να ανατρέψει την κατάσταση.[33] Υπολογίζεται ότι τουλάχιστον 150.000 Σέρβοι εκτοπίστηκαν από την Κροατία στη Βοσνία και τη Σερβία, όπου και τελικά εγκαταστάθηκαν. Από την άνοιξη του 1995 ξεκίνησε η τρίτη φάση του πολέμου της Κροατίας, κατά την οποία οι κροατικές δυνάμεις επιτέθηκαν προς τις σερβοκρατούμενες περιοχές εντός του κροατικού εδάφους και τις ανακατέλαβαν μέσω των επιχειρήσεων «Αστραπή» και «Καταιγίδα». Τον Απρίλιο του 1995 ο Κροάτης Πρόεδρος Τούτζμαν επανέλαβε την επιθυμία να απελευθερώσει όλες τις σερβοκρατούμενες περιοχές της Κροατίας. Μεταξύ της 1ης και της 3ης Μαΐου 1995 οι Κροάτες, πραγματοποιώντας την επιχείρηση «Αστραπή», επιτέθηκαν σε βάρος της Σερβικής Δημοκρατίας της Κράινα, καταλαμβάνοντας τη Δυτική Σλαβονία (UNPA – Sector West), δίχως να μπορεί να προσδιοριστεί ο αριθμός των νεκρών Σέρβων. Τα σερβικά αντίποινα επέτρεψαν στις ΗΠΑ να μην καταδικάσουν τις ενέργειες του κροατικού στρατού και τον εκτοπισμό 15.000 Σέρβων από τη Δυτική Σλαβονία προς τη Βοσνία και τη Σερβία. Ακολούθως, ο κροατικός στρατός εισέβαλε στη νοτιοδυτική Βοσνία, κατέστρεψε σερβικά χωριά και εκτόπισε τον σερβικό πληθυσμό.
Το καλοκαίρι του 1995, οι Σερβοβόσνιοι έθεσαν ως σημαντική προτεραιότητα την απόκτηση του ελέγχου της Σρεμπρένιτσα, η οποία απείχε μόλις δέκα μίλια από τον ποταμό Δρίνο, το φυσικό όριο μεταξύ Βοσνίας και Σερβίας. Η Σρεμπρένιτσα θα μπορούσε να ενσωματωθεί σε μια εθνοτικά καθαρή σερβοβοσνιακή δημοκρατία μόνο με την εξάλειψη του κυρίως βοσνιακού μουσουλμανικού πληθυσμού της, ο οποίος αποτελούσε περίπου τα τρία τέταρτα του συνόλου πριν από τον πόλεμο. Τον πληθυσμό της πόλης συμπλήρωναν Σερβοβόσνιοι και ένας μικρός αριθμός Βόσνιων Κροατών. Ωστόσο, ήδη από τον Απρίλιο του 1993, όταν οι Σερβοβόσνιοι ήταν στα πρόθυρα να καταλάβουν τη Σρεμπρένιτσα, ο ΟΗΕ την καθιέρωσε ως την πρώτη από τις έξι «ασφαλείς περιοχές» του ΟΗΕ που προορίζονταν να προστατεύσουν τους Βόσνιους Μουσουλμάνους αμάχους από τις σερβοβοσνιακές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Οι άλλες πέντε περιοχές ήταν το Σαράγεβο, η Τούζλα, το Μπίχατς, το Γκοράζντε και η Ζέπα.
Όταν οι σερβοβοσνιακές δυνάμεις κατάφεραν να καταλάβουν τη Σρεμπρένιτσα στις 11 Ιουλίου 1995, παραβιάζοντας το προστατευόμενο καθεστώς της ως «ασφαλούς περιοχής» του ΟΗΕ, οι ολλανδικές ειρηνευτικές δυνάμεις δεν πρόβαλαν καμία αντίσταση λόγω ολιγωρίας στη λήψη εντολών. Οι αεροπορικές επιδρομές του ΝΑΤΟ, που ζητήθηκαν επανειλημμένα από τον αντισυνταγματάρχη Thom Karremans, τον διοικητή των Ολλανδών στη Σρεμπρένιτσα, δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Κατά συνέπεια οι Σερβοβόσνιοι εκτόπισαν περίπου 23.000 γυναίκες και παιδιά με τη βοήθεια των Ολλανδών στρατιωτών σε ορισμένες περιπτώσεις. Τη νύχτα της 11ης Ιουλίου περίπου 15.000 άνδρες προσπάθησαν να ξεφύγουν μέσα από τα δάση προς την Τούζλα σε μια προσπάθεια να σωθούν. Ωστόσο πολλοί εξ αυτών συνελήφθησαν ή παραδόθηκαν και στη συνέχεια εκτελέστηκαν αμέσως ή μεταφέρθηκαν σε διάφορες τοποθεσίες, όπως αποθήκες, οι οποίες είχαν επιλεγεί εκ των προτέρων για μαζικές εκτελέσεις. Τις επόμενες ημέρες, περισσότεροι από 8.000 Βόσνιοι Μουσουλμάνοι, άνδρες και αγόρια άνω των 12 ετών, εκτελέστηκαν. Η σφαγή αποτέλεσε αποτυχία τόσο των Ηνωμένων Εθνών όσο και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, καθώς δεν κατάφεραν να ενεργήσουν αποτρεπτικά. Το 2009 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ανακήρυξε την 11η Ιουλίου ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας στη Σρεμπρένιτσα, ενώ μέχρι σήμερα υπάρχουν αγνοούμενοι και συνεχίζονται οι προσπάθειες ανεύρεσης των σορών. Η σερβική ηγεσία συνεχίζει να υποστηρίζει ότι οι ενέργειες των Σέρβων της Βοσνίας δε συνιστούν Γενοκτονία.
Οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις των Σερβοβόσνιων στις προστατευόμενες περιοχές με θύματα απλούς πολίτες εντός του 1995 με αποκορύφωμα τη σφαγή στη Σρεμπρένιτσα εξόργισαν τη διεθνή κοινή γνώμη και οι ΗΠΑ αποφάσισαν ότι έπρεπε να δράσουν δυναμικότερα για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Από τα τέλη Μαΐου το ΝΑΤΟ προχώρησε σε βομβαρδισμούς των σερβοβοσνιακών θέσεων ως αντίποινα στις παραπάνω επιθέσεις. Ωστόσο οι συνεχιζόμενες επιτυχίες των Σερβοβόσνιων οδήγησαν στα τέλη Ιουλίου στη στρατιωτική συμφωνία μεταξύ Κροατών και Βοσνίων. Από τις 4 έως τις 7 Αυγούστου 1995 οι Κροάτες πραγματοποίησαν την επιχείρηση «Καταιγίδα» η οποία είχε σχεδιαστεί από τους Αμερικανούς. Στόχος της επιχείρησης ήταν η σερβική Κράινα και η πρωτεύουσα της, το Κνιν.[36] Ο Μιλόσεβιτς είχε δώσει εντολή λίγες ημέρες νωρίτερα να εκκενώσουν οι Σέρβοι την περιοχή. Ως αποτέλεσμα 150.000-200.000 Σέρβοι αναχώρησαν από την Κροατία προς τη Σερβία και τη Βοσνία, ενώ τα χωριά τους πυρπολήθηκαν.
Οι στρατιωτικές ήττες των Σέρβων τούς ώθησαν να ενισχύσουν την πολιορκία στο Σαράγεβο, όπου στις 28 Αυγούστου σημειώθηκε μια νέα δολοφονική επίθεση με 37 νεκρούς και 88 τραυματίες. Δύο ημέρες αργότερα, στις 30 Αυγούστου, το ΝΑΤΟ ξεκίνησε νέους αεροπορικούς βομβαρδισμούς σε βάρος του Βοσνιακού Σερβικού Στρατού, ενώ ταυτόχρονα κροατικές και βοσνιακές δυνάμεις άρχισαν να καταλαμβάνουν τις σερβικές περιοχές. Έως τα τέλη Σεπτεμβρίου 1995 οι Σερβοβόσνιοι κατείχαν μόλις το 15% της Βοσνίας, ανοίγοντας τον δρόμο προς την ειρήνη. Υπό αμερικανική πίεση οι στρατιωτικές συγκρούσεις σταμάτησαν και η σερβοβοσνιακή ηγεσία συμφώνησε να αντιπροσωπευθεί από τον Μιλόσεβιτς στο Συνέδριο Ειρήνης.
Οι διαπραγματεύσεις για την ειρήνη διεξήχθησαν στο Ντέιτον του Οχάιο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Κατά τις περίπου είκοσι ημέρες των διαπραγματεύσεων οι τρεις πλευρές δεν επιτρεπόταν να αποχωρήσουν, ενώ δέχονταν ισχυρές αμερικανικές πιέσεις. Ο Φράνιο Τούτζμαν ως εκπρόσωπος των Κροατών, ο Αλία Ιζετμπέγκοβιτς ως εκπρόσωπος των Βοσνίων Μουσουλμάνων και ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς ως εκπρόσωπος των Σέρβων μονόγραψαν στις 21 Νοεμβρίου 1995 τη Συμφωνία Ειρήνης του Ντέιτον και λίγες ημέρες αργότερα, στις 14 Δεκεμβρίου, υπέγραψαν τη Συμφωνία στο Παρίσι. Η Βοσνία - Ερζεγοβίνη συμφωνήθηκε να αποτελείται από δύο οντότητες, την Ομοσπονδία Βοσνίας - Ερζεγοβίνης και τη Δημοκρατία Σέρπσκα.[38] Επίσης προβλεπόταν ότι ένας Αμερικανός απεσταλμένος και το ΝΑΤΟ θα ανελάμβαναν κυρίως την αναμόρφωση της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης καθώς και την επιτήρηση της εφαρμογής της Συμφωνίας. Παράλληλα θα οριζόταν ένας Ύπατος Εκπρόσωπος, ο οποίος θα έφερε τη γενική ευθύνη για την εφαρμογή της συμφωνίας. Την πρώτη θητεία ανέλαβε ο Σουηδός πρώην Πρωθυπουργός και Πρόεδρος της Διεθνούς Διάσκεψης για την πρώην Γιουγκοσλαβία Καρλ Μπιλντ.[39] Επίσης η διατήρηση της ειρήνης εξασφαλίστηκε μέσω Δύναμης Εφαρμογής της Ειρήνης (IFOR), η οποία θα αποτελούνταν από στρατιωτικές δυνάμεις χωρών-μελών του ΝΑΤΟ. Συνολικά 60.000 στρατιώτες αποτελούσαν την IFOR, εκ των οποίων οι 20.000 ήταν Αμερικανοί στρατιώτες.
Η νέα δομή της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης υποχρέωσε όλες τις πλευρές να προχωρήσουν σε συμβιβασμούς. Οι Σέρβοι αναγκάστηκαν να αποδεχθούν την ενότητα της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης, η οποία αποτελεί βέβαια ζήτημα έως και σήμερα, ενώ οι Μουσουλμάνοι υποχρεώθηκαν να αναγνωρίσουν τη σερβική οντότητα. Παράλληλα το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στις 25 Μαΐου 1993 με την απόφαση 827/1993 ίδρυσε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY) με σκοπό να αποδοθεί δικαιοσύνη για τα εγκλήματα που διεπράχθησαν. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ξεκινούσε από το 1991 και αφορούσε τέσσερις ομάδες εγκλημάτων στο έδαφος της πρώην Γιουγκοσλαβίας: παραβιάσεις των Συμβάσεων της Γενεύης, παραβιάσεις των νόμων διεξαγωγής του πολέμου, γενοκτονίες και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Το ICTY λειτούργησε έως το 2017, απαγγέλλοντας κατηγορίες σε 161 άτομα για εγκλήματα πολέμου στην Κροατία, τη Βοσνία - Ερζεγοβίνη και το Κόσοβο μεταξύ των ετών 1991 και 1999. Από τα άτομα αυτά 93 καταδικάστηκαν, 18 αθωώθηκαν, 37 απεβίωσαν πριν την ολοκλήρωση της δίκης ή οι κατηγορίες εναντίον τους αποσύρθηκαν, ενώ 13 περιπτώσεις παραπέμφθηκαν στα εθνικά δικαστήρια. Συνολικά η σερβική επιχείρηση εθνοκάθαρσης στη Βοσνία στοίχισε τη ζωή σε 200.000 Βόσνιους, ενώ περίπου 2,1 εκατομμύρια άνθρωποι στη χώρα έμειναν δίχως στέγη (περισσότεροι από το 50% του προπολεμικού πληθυσμού της Βοσνίας).
Ο πόλεμος στη Βοσνία οδήγησε στην επανεμφάνιση πρακτικών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως των στρατοπέδων συγκέντρωσης, των εθνοκαθάρσεων, των γενοκτονιών και των εκτοπισμών. Συνολικά 1.300.000 άνθρωποι κατέστησαν πρόσφυγες, ενώ 1.200.000 εκτοπίστηκαν, 30.000 χαρακτηρίστηκαν ως αγνοούμενοι και υπήρξαν περισσότεροι από 200.000 νεκροί. Οι Μουσουλμάνοι αποτέλεσαν την πλειονότητα των εκτοπισθέντων "αγνοούμενων" και δολοφονημένων. Ταυτόχρονα 50.000 άνθρωποι βασανίστηκαν, 20.000 γυναίκες βιάστηκαν, ενώ δημιουργήθηκαν 715 στρατόπεδα συγκέντρωσης σε όλη τη χώρα. Κατά τους γιουγκοσλαβικούς πολέμους όλες οι πλευρές υπέστησαν την πρακτική των εθνοκαθάρσεων. Οι πόλεμοι της Κροατίας και της Βοσνίας αποτέλεσαν τις πιο αιματηρές συγκρούσεις στην ευρωπαϊκή μεταπολεμική εποχή, ξεπερνώντας σε διαστάσεις τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο. Οι εθνοκαθάρσεις προκάλεσαν ένα επαναλαμβανόμενο ντόμινο, καθώς οι πληθυσμοί στην Κροατία και τη Βοσνία - Ερζεγοβίνη ήταν εθνικά μικτοί. Κάθε πλευρά απαντούσε με την ίδια πρακτική στις ενέργειες της άλλης, σφαγιάζοντας χιλιάδες ανθρώπους ή οδηγώντας τους στην προσφυγιά. Σημαντικό ρόλο στα γεγονότα αυτά διαδραμάτισαν τα ΜΜΕ, καθώς συστηματοποιήθηκε η εκμετάλλευσή τους στον βωμό του εθνικισμού. Τα ΜΜΕ κάθε χώρας παρουσίαζαν τον λαό της ως θύμα, εξιστορώντας τη δική τους «αλήθεια», δίχως να ενδιαφέρονται για την αντικειμενική παρουσίαση των γεγονότων. Το ίδιο ίσχυσε σε ορισμένο βαθμό και με τα ξένα ΜΜΕ, όπου παρουσιάστηκαν περισσότερο οι σερβικές επιθέσεις σε βάρος άλλοτε των Κροατών και άλλοτε των Βόσνιων Μουσουλμάνων. Στην Ελλάδα η έκταση της μεροληψίας εκ μέρους των ΜΜΕ ήταν περισσότερο περιορισμένη. Ωστόσο μπορεί να ειπωθεί ότι τα ελληνικά μέσα τήρησαν μια στάση μεταξύ του φιλοσερβισμού και της ουδέτερης παρουσίασης των γεγονότων. Η μεροληπτική στάση των ισχυρών κρατών, τα διαφορετικά συμφέροντα, η αδράνεια και ο εμπρηστικός λόγος των ΜΜΕ οδήγησαν εκατοντάδες ανθρώπους στον θάνατο, τον εκτοπισμό, την προσφυγιά και την απώλεια της αξιοπρέπειάς τους. Η διεθνής κοινότητα δεν κατάφερε να προβλέψει την έκταση που θα λάμβανε ο ανερχόμενος εθνικισμός και να αντιληφθεί τα ιδιαίτερα προβλήματα των βαλκανικών εθνών, με αποτέλεσμα όλες οι πλευρές να καταφύγουν στη χρήση βίας.
Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας αποτέλεσε την αρχή μιας διαφορετικής πορείας των επιμέρους κρατών. Οι πόλεμοι της Σλοβενίας, της Κροατίας και της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης θεωρούνται πλέον ως εθνικοαπελευθερωτικοί πόλεμοι, ιδιαίτερα στις δύο πρώτες περιπτώσεις. Αντίθετα η περίπτωση της Βόρειας Μακεδονίας ήταν εντελώς αναίμακτη. Η Σερβία εισήλθε σε μια φάση διεθνούς απομόνωσης την περίοδο 1991-1995 λόγω της επίσημης σερβικής πολιτικής αλλά και της ανεπίσημης μέσω των κατά τόπους Σέρβων ηγετών στις επιμέρους ομόσπονδες δημοκρατίες, ενώ ο πόλεμος στο Κόσοβο την περίοδο 1998-1999 επιδείνωσε περαιτέρω τη διεθνή της θέση. Σερβία και Μαυροβούνιο συμπορεύτηκαν εντός της Ομοσπονδίας και αργότερα εντός της Συνομοσπονδίας έως το 2006. Τέλος το 2008 το Κόσοβο διακήρυξε μονομερώς την ανεξαρτησία του δημιουργώντας ένα άλυτο περιφερειακό ζήτημα, που παραμένει οξυμένο έως και σήμερα. Εννέα δεκαετίες μετά την πρώτη απόπειρα δημιουργίας ενός νοτιοσλαβικού κράτους επισφραγίστηκε η αποτυχία του εγχειρήματος διαμόρφωσης μιας κοινής ταυτότητας και της προσπάθειας της Σερβίας να προστατεύσει δυναμικά τους Σέρβους εκτός της επικράτειάς της. Η έξαρση του εθνικισμού στην υπό κατάρρευση κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία μπορεί να εξηγηθεί ως υποκατάστατο της ανασφάλειας και του ιδεολογικού κενού της κοινωνίας στη μετακομμουνιστική εποχή και των ριζικών αλλαγών που συνακόλουθα επήλθαν. Ταυτόχρονα ο εθνικισμός λειτούργησε ως συνεκτικό στοιχείο μεταξύ των πολιτών για τη σφυρηλάτηση της ταυτότητας των νέων εθνικών κρατών, καθώς κατέρρεε η έννοια του γιουγκοσλαβισμού. Χαρακτηριστική είναι η στάση του σερβικού λαού στις περιπτώσεις συλλήψεων των Σερβοβόσνιων ηγετών Ράντοβαν Κάρατζιτς και Ράτκο Μλάντιτς, οι οποίοι διαβιούσαν κρυμμένοι στη Σερβία από το τέλος του πολέμου έως το 2008 και το 2011 αντίστοιχα, όταν και συνελήφθησαν. Αμέσως μετά τις συλλήψεις τους χιλιάδες Σέρβοι διαδήλωσαν υπέρ τους, γεγονός που τους ανάγει σε σύγχρονους ήρωες στο θυμικό του σερβικού λαού. Μέχρι και σήμερα είναι δύσκολο να αποτιμηθεί η συμβολή της Συμφωνίας του Ντέιτον στην περιφερειακή ειρήνη, καθώς η περιοχή παραμένει σε μια διαρκή αστάθεια. Παρά την παρέλευση σχεδόν τριών δεκαετιών, τα κράτη της πρώην Γιουγκοσλαβίας παραμένουν διαιρεμένα, προσπαθώντας να ανταποκριθούν στις τρέχουσες ανάγκες και προκλήσεις και αναζητούν τη θέση τους στον σύγχρονο κόσμο μεταξύ των παγκόσμιων συνασπισμών. Ωστόσο, η μακρόχρονη ειρήνη και η ευημερία των Βαλκανίων προϋποθέτει τη συχνά επίπονη διαδικασία επίλυσης των ενδοβαλκανικών ζητημάτων αντί της διαίρεσης και της όξυνσης των εντάσεων. Προς το παρόν κάτι τέτοιο παραμένει ακόμη ζητούμενο.
Βιβλιογραφία
Crampton, R. J., East Europe in the twentieth century and after, Routledge, Λονδίνο, 1997.
Crampton, R. J., The Balkans since the Second World War, Pearson Education, Μεγάλη Βρετανία, 2002.
DiCaprio, L., “The Betrayal of Srebrenica: The Ten-Year Commemoration”, στο The Public Historian, Vol. 31, No. 3, University of California Press, 2009.
Gallagher, T., “Milosević, Serbia and the West during the Yugoslav wars, 1991-1995”, στο The Balkans and the West, (Andrew Hammond ed.), Ashgate, Αγγλία, 2004.
Merriman, J., Ιστορία της νεότερης Ευρώπης. Από την Αναγέννηση μέχρι σήμερα, (ελληνική μτφρ. Ανδρέας Κίκηρας), (επιμ. Ιάκωβος Μιχαηλίδης), Πεδίο, Αθήνα 2022.
Oliver, Ι., War and Peace in the Balkans, I.B. Tauris, 2005.
Pavković, A., The fragmentation of Yugoslavia, Macmillan Press, Μεγάλη Βρετανία, 2000.
Perić, D. M., “Sudbina druge Jugoslavije 1989-1992” [Η μοίρα της δεύτερης Γιουγκοσλαβίας 1989-1992], Politička Revija, 02/2022, Institut za političke studije, Βελιγράδι.
Αθανασιάδης, Γ. Α., Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γιουγκοσλαβίας (1990-1995), εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2008.
Βάρδας, Β., Η αμερικανική διπλωματική πρωτοβουλία και η διαδικασία ειρήνευσης στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Οι συμφωνίες του Dayton και η πρόοδος που έχει επιτευχθεί, αδημοσίευτη μεταπτυχιακή εργασία, ΑΠΘ, 2007.
Σφέτας, Σπ., Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία, τ. Β’, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2011.
Ιστοσελίδες